Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΩ ΤΟΥ 60% ΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΟ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤ' ΕΦΕΣΗ ΔΙΚΗ

Με την υπ' αριθμ. 17/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ως εφετείου δικάζοντος, έγινε δεκτή έφεση υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά απόφασης Ειρηνοδικείου , που είχε κρίνει ως απαράδεκτη την αίτησή του λόγω ελλείψεως προδικασίας. Είναι η δεύτερη υπόθεση που χειρίζεται η δικηγόρος και κάνει δεκτή την έφεση για τον ίδιο λόγο (βλ. παλαιότερη ανάρτηση της 1/5/2013 για την πρώτη υπόθεση) . Ειδικότερα, πρωτοδίκως είχε κριθεί η αίτηση ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως προδικασίας διότι θεωρήθηκε οτι δεν είχε τηρηθεί το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού.  Ο αιτών είναι έγγαμος με δύο τέκνα και το παρόν χρονικό διάστημα άνεργος , όπως και η σύζυγός του. 
Με την εν λόγω απόφαση εξαιρούνται από την εκποίηση ιδανικά μερίδια του αιτούντος σε αγροτεμάχια λόγω του ασύμφορου της εκποιήσεως, διατηρείται η πρώτη κατοικία με την καταβολή δόσεων για είκοσι έτη , χορηγείται περίοδος χάριτος τεσσάρων ετών για την προαναφερθείσα ρύθμιση ενώ ρυθμίζονται οι οφειλές με την καταβολή του ποσού των 100€ για τέσσερα (4) έτη. Δηλαδή ο αιτών θα καταβάλλει ποσό 55.800€ για συνολικές οφειλές ύψους 142.000€ περίπου. 

Παρατίθεται το πλήρες κείμενο της απόφασης : 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 17/2013
Αριθ. έκθ. καταθ. έφεσης: Εφ.Μ. 20/20-6-2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Αργύριο Γκόγκολα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Πρωτογεράκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, την 13η Φεβρουαρίου 2013, για να δικάσει την υπ' αριθ. εκθ. κατ. Εφ.Μ. 20/20-6-2012 έφεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Τ. Α. του Α.,  κατοίκου Κομοτηνής, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ιουλίας Μυλωνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ………» και νυν «Τράπεζα ……..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ……, που κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «…….. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 3) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……. ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της  ………., που κατέθεσε προτάσεις.
Ο αιτών άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε20/17-8-2011 αίτηση του, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτήν. Το Δικαστήριο, με την υπ' αρ. 18/2012 οριστική απόφαση του, που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, απέρριψε την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών κατέθεσε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής την από 13-6-2012 και με αριθ. εκθ καταθ. 4/13-6-2012 ένδικη έφεση (πράξη προσδιορισμού δικασίμου της γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου: Εφ.Μ. 20/20-6-2012), η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 12-12-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση του αιτούντος κατά της με αριθμό 18/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, η οποία εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης των καθ' ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 17, 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 734 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση δε αυτής μέχρι την άσκηση της κρινόμενης έφεσης δεν έχει παρέλθει τριετία. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2900/4-7-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου κοίμηση προς εμφάνιση για τη δικάσιμο της 12ης Δεκεμβρίου 2012*^!ττότε και αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στη δεύτερη εφεσίβλητη. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Ως εκ τούτου, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 παρ. 1 και 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), αφού, επί αναβολής της συζήτησης, στην οποία έχει κλητευθεί ο εναγόμενος, δεν απαιτείται νέα κλήση αυτού προς εμφάνιση στη νέα δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, κατ* άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ’, δ’ Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη (αρθρ. 498 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, βλ. ΕφΑΘ 5454/1994 Αρμ 1995.366, ΕφΑΘ 2926/1990 Δ 22.252), ισχύει ως κλήτευση και του μη εμφανισθέντος μέρους (βλ. ΑΠ 1171/2006 ΝΟΜΟΣ). Το Δικαστήριο, όμως, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σα να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 524 παρ. 4).
Με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε20/17.8.2011 αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, ο αιτών και ήδη εκκαλών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους ήδη εφεσίβλητους, συνολικού ύψους 141.587,49 ευρώ, ζητούσε να επικυρωθεί το περιγραφόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του. Επικουρικά, σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού, ζητούσε τη ρύθμιση του συνολικού του χρέους, με εξαίρεση της κύριας κατοικίας του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής του κατάστασης και των δυνατοτήτων της συζύγου του, με σκοπό την απαλλαγή του απ' αυτό. Με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 18/2012 οριστική απόφαση του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προδικασίας εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει εν συνεχεία δεκτή η αίτηση του. Ειδικότερα, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της εκ του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προδικασίας, δεχόμενη ότι από τη με ημερομηνία 5-9-2011 βεβαίωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος διαπιστώνεται ότι η αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού έπεται της κατάθεσης της ένδικης αίτησης, ενώ, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά το νόμο, θα έπρεπε να κρίνει την αίτηση παραδεκτή και να δεχτεί ότι η εν λόγω βεβαίωση εκ του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3789/2010 φέρει ημερομηνία 5-9-2011, όχι ως ημερομηνία αποτυχίας της ως άνω προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού, αλλά ως ημερομηνία σύνταξης της εν λόγω βεβαίωσης, από δε την ημερομηνία κοινοποίησης στην πιστώτρια τράπεζα της αίτησης για εξωδικαστικό συμβιβασμό (5.5.2011), σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης (17-8-2011), αποδεικνύεται ότι η τελευταία υποβλήθηκε εντός εξαμήνου από την αποτυχία της προσπάθειας επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού. Ο λόγος αυτός της έφεσης, που παραδεκτά προβάλλεται, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Ν. 3789/2010, και πρέπει να ελεγχθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών Α. Τ., την 5-5-2011, υπέβαλε στις πιστώτριες τράπεζες «……..» και «……..» αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Την ίδια αίτηση υπέβαλε, την 6-5-2011, στην πιστώτρια τράπεζα «……». Παράλληλα δε, έτασσε στις εν λόγω πιστώτριες προθεσμία έως την 15-6-2011, προκειμένου να γνωστοποιήσουν τις απαντήσεις τους, άλλως δήλωνε σε αυτές ότι μετά την άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας θα θεωρήσει την απάντηση τους αρνητική και θα προβεί στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, με την ταυτόχρονη υπόμνηση ότι διορίζει πληρεξούσια δικηγόρο του την Ιουλία Μυλωνά. Εν συνεχεία, ο ως άνω εκκαλών υπέβαλε, την 17-8-2011, στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής την εκ του άρθρου 4 του Ν. 3789/2010 αίτηση του. Ακολούθως, την 6-9-2011 κατέθεσε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 περ. α' του ως άνω Νόμου, τη με ημερομηνία 5-9-2011 βεβαίωση της Δικηγόρου Ιουλίας Μυλωνά περί αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού. Συνεπώς, από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι για το παραδεκτό της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε20/17-8-2011 απευθυνόμενης στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής αίτησης τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία, διότι η συνταχθείσα την 5-9-2011, από την προαναφερθείσα δικηγόρο που βοήθησε στην προσπάθεια, βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 3789/2010) δεν χρειάζεται να συντάσσεται αυθημερόν της αποτυχίας, αλλά μπορεί να συνταχθεί και μετά την κατάθεση της αίτησης προς το Ειρηνοδικείο, αρκεί να βεβαιώνει αποτυχία προγενέστερη της κατάθεσης της αίτησης και να κατατίθεται η βεβαίωση εντός της προθεσμίας του ενός μηνός (άρθρο 4 παρ. 2 περ. α' Ν. 3789/2010). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση τα αντίθετα έκρινε, εσφαλμένα το Νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολο της πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Στη συνέχεια, πρέπει, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο η κρινομένη αίτηση, που είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (άρθρο 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από τη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, Ιουλία Μυλωνά, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση χρεών της στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.3869/2010 (βλ. υπ' αρ. πρωτ. 300γ716-3-2012 βεβαίωση της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και το υπ' αρ. πρωτ. 46/23-4-2012 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής), δ) κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα οι πιστώτριες τράπεζες (βλ. υπ' αρ. 2145/12-9-2011, 2146/12-9-2011, 2147/21-9-2011 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.Π.), ε) κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (6-9-2011) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου τα έγγραφα του άρθρου 4 παρ.2 και 4 του ν.3869/2010 (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνες δηλώσεις για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.). Η κρινόμενη αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της τρίτης των καθ" ων, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ.3, 8 και 9 του ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος να απαλλαγεί ο αιτών από το υπόλοιπο των οφειλών του, διότι ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις και για το λόγο αυτό θα πρέπει το εν λόγω αίτημα να απορριφθεί ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 11 παρ.1 του Ν.3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αίτησης του οφειλέτη - αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ. 4 παρ. 1 του Ν.3869/2010. Άλλωστε, εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 69 του ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί ότι η πρόωρη δικαστική προστασία ζητείται επιτρεπτώς. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι δεν επήλθε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των διάδικων μερών.
Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, αντίγραφο των οποίων νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι ίδιοι, επίσης, νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται η συνεκτίμηση κανενός κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών έχει γεννηθεί την 27-3-1970, είναι έγγαμος με την Γ.Γ., με την οποία απέκτησαν δύο τέκνα, τον Α. και την Α., ηλικίας έξι ετών (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 31202/23-6-2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Κομοτηνής). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τις κάτωθι αναφερόμενες εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Ειδικότερα, ο αιτών οφείλει τα κάτωθι χρηματικά ποσά προς τις παρακάτω πιστώτριες τράπεζες: 1) προς την «…… Α.Ε.», α) από την υπ' αριθ. 2797910 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσό 98.319,02 ευρώ, απαίτηση που είναι εξοπλισμένη έως του ποσού των 150.000 ευρώ με εμπράγματη ασφάλεια και ειδικότερα με προσημείωση υποθήκης στο παρακάτω περιγραφόμενο διαμέρισμα που ο αιτών χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του, β) από την υπ' αριθ. 3587910 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσό 25.851,51 ευρώ, απαίτηση που είναι εξοπλισμένη έως του ποσού των 36.000 ευρώ με εμπράγματη ασφάλεια και ειδικότερα με προσημείωση υποθήκης στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, γ) από την υπ' αριθ. 200210010121000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό 3.304,86 ευρώ, δηλαδή συνολικά 127.475,79 ευρώ, 2) προς την «Τράπεζα …………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» ποσό 11.781,44 ευρώ από την υπ' αριθ. 140175889602 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 3) προς την «……………. Α.Ε.» α) από την υπ' αριθ. 4217720645 σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσό 1.818,76 ευρώ, β) από την υπ' αριθ. 9300020065274074 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό 511,90 ευρώ, δηλαδή συνολικά 2.330,66 ευρώ. Επομένως, το σύνολο των οφειλών του αιτούντος προς τους πιστωτές του ανέρχεται σε ποσό 141.587,69 ευρώ. Ο αιτών από την 4-4-2012 είναι άνεργος (βλ. το υπ' αριθμ. 2052012012901629 δελτίο ανεργίας του ΟΑΕΔ), λαμβάνει δε το αντίστοιχο επίδομα ανεργίας, ποσού 430 ευρώ. Πριν την απόλυση του εργαζόταν, ως ιδιωτικός υπάλληλος, στην εταιρία «Χ……….. ΑΕ», με μηνιαίο μισθό 1.200 ευρώ. Εξάλλου, η σύζυγος του αιτούντος είναι επίσης άνεργη, χωρίς, ωστόσο, να δικαιούται επιδόματος ανεργίας, δεδομένου ότι έληξε η χορήγηση του. Δοθέντων των ανωτέρω, ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο. Ο ισχυρισμός της πρώτης των καθ' ων, ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής, γεγονός που καθιστά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταχρηστική, επωμιζόμενος δανειακές υποχρεώσεις δυσανάλογες των οικονομικών του δυνατοτήτων, είναι απορριπτέος, διότι ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει την ευχέρεια να υποχρεώσει των πιστωτή να αποδεχθεί την πρόταση του, ιδιαίτερα δε όταν οι τράπεζες έχουν την δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτούμενου το δάνειο (μέσω βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του σε άλλες τράπεζες ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του διατραπεζικού συστήματος Τειρεσίας. Δολιότητα θα μπορούσε να υπάρξει μόνο εάν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες, για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους. Επιπροσθέτως, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμορφώσεως ή τροποποιήσεως όρων των δανειακών συμβάσεων που συνάπτονται με τις τράπεζες, διότι πρόκειται περί συμβάσεων προσχωρήσεως, προς εκτέλεση των οποίων αυτές, αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική του ικανότητα, χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αιτών είναι συγκύριος των κάτωθι ακινήτων: α) ποσοστού ½  εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 107,11 τ.μ., ευρισκομένου στον πρώτο άνω του ισογείου όροφο πολυκατοικίας στην Κομοτηνή, στη συμβολή των οδών ………. (βλ. το υπ' αριθ. ………. συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ. Τ.), το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειας του, 2) ποσοστού 37,5 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, ευρισκόμενου στη θέση ……….. του Ν. Ροδόπης, έκτασης 4.803 τ.μ., 3) ποσοστού 37,5% εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, ευρισκόμενου στη θέση ……………… Ν. Ροδόπης, έκτασης 6.054 τ.μ. και 4) ποσοστού 37,5 % εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, ευρισκόμενου στη θέση ……………… Ν. Ροδόπης, έκτασης 1.825 τ.μ. Η εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου του αιτούντος στο ως άνω διαμέρισμα εκτιμάται σε ποσό 60.000 ευρώ, με βάση τις ιδιότητες του ακινήτου, την παλαιότητα του, την περιοχή στην οποία βρίσκεται, αλλά και τις σημερινές δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες, με τη γνωστή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας,σημαντική πτώση της αγοραίας αξίας των ακινήτων, λόγω της ελάχιστης ζήτησης τους, ενώ η εμπορική αξία του ιδανικού του μεριδίου στους προαναφερθέντες αγρούς ανέρχεται σε ποσό 810,38, 1.021,50 και 307,88 ευρώ, αντίστοιχα. Με βάση, επομένως, τα μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος, όπως αυτά προεκτέθηκαν, το γεγονός ότι η σύζυγος του είναι άνεργη, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του ανέρχονται στο ποσό των 330 ευρώ. Περαιτέρω, τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτών του. Ειδικά όσον αφορά τα ιδανικά μερίδια του αιτούντος επί των προαναφερόμενων αγρών, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, καθόσον, ενόψει της μικρής εμπορικής τους αξίας, δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά και ούτε και να αποφέρουν κάποιο άξιο λόγου τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψιν και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ). Για το λόγο δε αυτό, κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 εκποίηση τους. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν.3869/2010. Συγκεκριμένα, η ρύθμιση του χρέους του αιτούντος προς τους ως άνω πιστωτές του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας σε αυτούς, από τα εισοδήματα του, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, αρχής γενομένης από το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 100 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών του. Ειδικότερα: 1) στην «…………. Α.Ε.», της οποίας η απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 90,03% επί του συνόλου των απαιτήσεων, ο αιτών πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των (127.475,59 χ 100 : 141.587,69 =) 90,03 ευρώ, 2) στην «……………..» της οποίας η απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 8,32% επί του συνόλου των απαιτήσεων, ο αιτών πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των (11.781,44 χ 100 : 141.587,69 =) 8,32 ευρώ, 3) στην «……….. Α.Ε.», της οποίας η απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 1,65% επί του συνόλου των απαιτήσεων, ο αιτών πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των (2.330,66 χ 100 : 141.587,69 =) 1,65 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών, στο τέλος της τετραετίας, κάθε πιστωτής θα έχει να λάβει τα εξής ποσά: 1) η « …….ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» θα έχει λάβει ποσό (90,03 Χ 48 μήνες =) 4.321,44 ευρώ, θα υπολείπεται δε προς καταβολή ποσό (127.475,59 - 4.321,44 =) 123.154,15 ευρώ, 2) η «……………..ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» θα έχει λάβει ποσό (8,32 Χ 48 μήνες =) 399,36 ευρώ, θα υπολείπεται δε προς καταβολή ποσό (11.781,44 - 399,36 =) 11.382,08 ευρώ, 3) η «…………..Α.Ε.» θα έχει λάβει ποσό (1,65 Χ 48 μήνες =) 79,2 ευρώ, θα υπολείπεται δε προς καταβολή ποσό (2.330,66 -79,2 =) 2.251,46 ευρώ. Επομένως, εφόσον με τις καταβολές επί τετραετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτόν, είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση από την εκποίηση της κατοικίας του, η αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με δύο παιδιά όπως ο αιτών, που ανέρχεται σε 300.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση. Έτσι, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 85% της εμπορικής αξίας του ιδανικού μεριδίου του επ' αυτής που ανέρχεται σε 60.000 ευρώ, δηλαδή το ποσό των (60.000 χ 85% =) 51.000 ευρώ. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από τη δημοσίευση αυτής της απόφασης, εντός είκοσι (20) ετών σε διακόσιες σαράντα (240) μηνιαίες δόσεις, ύψους 212,5 ευρώ εκάστη. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης. Το ποσό αυτό, επειδή δεν επαρκεί για την αποπληρωμή όλων των χρεών του αιτούντος, πρέπει να καταβληθεί στην «…………. Α.Ε.» προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της από τις με αριθμό 2797910 και 3587910 συμβάσεις στεγαστικού δανείου, δοθέντος ότι οι εν λόγω απαιτήσεις της είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να οριστούν οι αναφερόμενες σ' αυτή οφειλές του αιτούντος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Η απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010), μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6- του Ν. 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 18/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 18/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την υπ' αρ. καταθ. Ε20/17-8-2011 αίτηση.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ τις επί μία τετραετία μηνιαίες καταβολές του αιτούντος προς τους πιστωτές του στο συνολικό ποσό των εκατό (100) ευρώ, το οποίο θα διανέμεται συμμετρικά μεταξύ τους, κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό, και θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενόμενης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης το ιδανικό μερίδιο του αιτούντος επί του κατωτέρω ακινήτου, ήτοι ενός διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 107,11 τ.μ., ευρισκομένου στον πρώτο άνω του ισογείου όροφο πολυκατοικίας στην Κομοτηνή και συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών ........................

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλλει, μετά την πάροδο τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση αυτής της απόφασης, στην ως άνω πιστώτρια του «……… Α.Ε.» το συνολικό ποσό των πενήντα ενός χιλιάδων (51.000) ευρώ, το οποίο θα καταβληθεί με μηνιαίες καταβολές ποσού διακοσίων δώδεκα ευρώ και πενήντα λεπτών (212,5 €). Οι καταβολές αυτές θα είναι έντοκες χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με έναρξη των μηνιαίων δόσεων μετά την παρέλευση τετραετίας από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα για χρονικό διάστημα είκοσι ετών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Κομοτηνή, στις 14-6-2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.


Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Απαράδεκτες κρίθηκαν από το ΕΔΔΑ οι προσφυγές κατά του μνημονίου σχετικά με την περικοπή αποδοχών και επιδομάτων των μισθωτών και συνταξιούχων του δημοσίου

   
          Με σχετική απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έκρινε ως απαράδεκτες τις προσφυγές "Ιωάννας Κουφάκη κατά Ελλάδος " και "ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος " , οι οποίες συνεκδικάσθηκαν . 
Οι προσφεύγουσες επικαλέσθηκαν το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθμ. 1 , παραπονούμενες για τη μείωση των μισθών και συντάξεων που επέφεραν οι Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010, υπογραμμίζοντας οτι το δικαίωμα των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα να εισπράττουν το μισθό τους αποτελεί μέρος της περιουσίας τους και τελεί υπό την προστασία του ανωτέρω άρθρου . Επίσης κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας μειώθηκαν τα επιδόματα και καταργήθηκαν ο 13ος και 14ος μισθός , αδιακρίτως , σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα αλλά και  μειώθηκε ,επίσης αδιακρίτως, η 13η και 14η σύνταξη , οι οποίες μάλιστα καταργήθηκαν για όσους είναι κάτω των 60 ετών. Επίσης, η ΑΔΕΔΥ επικαλέστηκε και παραβίαση των άρθρων 6§1, 8, 13, 14 και 17 της Σύμβασης.  

 Το ΕΔΔΑ απέρριψε τις προσφυγές , με το σκεπτικό οτι οι περιορισμοί που εισήχθησαν με τους προαναφερθέντες νόμους , δεν μπορούν να θεωρηθούν στέρηση περιουσίας αλλά επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της περιουσίας υπό την έννοια της πρώτης φράσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθμ. 1. Επίσης γίνεται επίκληση στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 668/2012 απόφασης του ΣτΕ , σχετικά με την αιτιολόγηση αυτών των μέτρων,  τα οποία κρίθηκε ότι αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ελληνική οικονομία. Οι σκοποί αυτοί χαρακτηρίστηκαν ως δημοσίου συμφέροντος (δημόσιας ωφέλειας) ενώ κρίθηκε ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, με αποτέλεσμα να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι προσφυγές. 

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων μέχρι τα 1.500€ και τα 2.000€ για κοινό λογαριασμό

     Με το άρθρο 20 του νεοσύστατου νόμου 4161/2013 θεσπίστηκε το ακατάσχετο των τραπεζικών καταθέσεων ως εξής :

Άρθρο 20
Απαιτήσεις από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα
είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πε−
ντακοσίων (1.500) ευρώ και των δύο χιλιάδων (2.000)
ευρώ σε περίπτωση κοινού λογαριασμού. Από το προ−
ηγούμενο εδάφιο εξαιρείται ως δανειστής το Δημόσιο,
για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του
ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων,
Α΄ 90). Με δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πι−
στωτικών ιδρυμάτων προσδιορίζεται ο λογαριασμός
για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Καταθέσεις
που αφορούν σε μισθούς ή συντάξεις ή ασφαλιστικές
παροχές προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες και
κατά το υπερβάλλον του ποσού του ανωτέρω εδαφίου
α΄ καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 982
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).

Ν. 4161/2013 - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 3869/2010


Με το Ν. 4161/2013, Κεφάλαιο Β', τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις είναι :
  • Κατάργηση της υποχρεωτικότητας του σταδίου του εξωδικαστικού συμβιβασμού, το οποίο πλέον λέγεται «Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού» και γίνεται δυνητικό.
  • Με την κατάθεση της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου προσδιορίζεται ημέρα για την επικύρωση του ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού ή για τη συζήτηση τυχόν αιτήματος για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Ο προσδιορισμός γίνεται σε δύο μήνες από την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής του κατάστασης .
  • Οι προθεσμίες συντέμνονται καθώς η επίδοση της αίτησης στους πιστωτές πρέπει να γίνει εντός 15 ημερών από την κατάθεση.
  • Εφόσον ορισθεί ημέρα για τυχόν επικύρωση του προδικαστικού συμβιβασμού και αυτός δεν επέλθει τότε συζητείται τυχόν αίτημα προσωρινής διαταγής και ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη μηνιαίες καταβολές μέχρι τη συζήτηση της αίτησης οι οποίες και θα συνυπολογιστούν κατά την έκδοση της απόφασης.
  • Σε περίπτωση άσκησης έφεσης από τον οφειλέτη μπορεί να ζητηθεί και χορηγηθεί αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
  • Επίσης αντικαταστάθηκε ολόκληρο το άρθρο 7 του Ν. 3869/2010 και προβλέπεται πλέον η δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.
  • Πλέον ρυθμίζονται και απαιτήσεις πιστωτών που δεν έχουν ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη.
  • Το χρονικό διάστημα αποπληρωμής των ανέγγυων οφειλών ορίζεται από τρία ως πέντε έτη αντί για τέσσερα έτη που προβλεπόταν.
  • Στην περίπτωση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων το ποσοστό «εξαγοράς» της πρώτης κατοικίας ανέρχεται μέχρι 80% της αντικειμενικής της αξίας και το χρονικό διάστημα αποπληρωμής ορίζεται στα 20 έτη, μπορεί όμως να φτάσει υπό προϋποθέσεις και τα 35 έτη.
     Πατήστε εδώ για το πλήρες κείμενο του νόμου .

Ν. 4161/2013, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - "ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΟΥΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ"


Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’/14-6-2013,  ο υπ’ αριθμ. 4161/2013  νόμος ,  όπου στο κεφάλαιο Α' που τιτλοφορείται «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΟΥΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ», δίνεται η δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα να ρυθμίσουν τις ενήμερες οφειλές τους προς τραπεζικά ιδρύματα και ειδικότερα τα ενήμερα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια . Ωστόσο στο εν λόγω νομοθέτημα προβλέπεται σειρά προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί ο αιτών , έτσι ώστε, στην αντίθετη περίπτωση να μην δύναται να υπαχθεί. Αποτέλεσμα της ύπαρξης τόσων προϋποθέσεων θα είναι να υπαχθεί μόνο μια ελάχιστη μερίδα δανειοληπτών (ακόμη και ενήμερων που είναι ούτως ή άλλως ελάχιστοι)  στον εν λόγω νόμο.
Για παράδειγμα , θα πρέπει να μην ξεπερνά η πρώτη κατοικία του οφειλέτη την αντικειμενική αξία των 180.000€ και για οικογένεια με τρία τέκνα και άνω , τις 300.000€. Επίσης, μία πρωτοφανής προϋπόθεση,  είναι να μην ξεπερνά το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη τις 10.000€ και για οικογένειες που βαρύνονται με τρία και άνω τέκνα, τις 15.000€. Επίσης το συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου να μην ξεπερνά τις 150.000€ . Επίσης θεσπίζονται προϋποθέσεις σχετικά με το οικογενειακό εισόδημα και η μείωση αυτού θα πρέπει να έχει ανέλθει σε ποσοστό τουλάχιστον 20% σε σχέση με τα αποκτηθέντα κατά το έτος 2009 εισοδήματα .
Αφού λοιπόν κανείς ξεπεράσει το σκόπελο των αυστηρότατων προϋποθέσεων , θα βρεθεί μπροστά σε μία όχι και τόσο ευνοϊκή μεταχείριση των οφειλών του, καθώς περιεχόμενο της ρύθμισης είναι , η αποπληρωμή για 48 κατά μέγιστον (άρα μπορεί και για λιγότερο χρονικό διάστημα) μήνες , αναλόγως της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, δόσης , η οποία θα είναι μεν μειωμένη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο νόμο, για το χρονικό διάστημα των 48 μηνών , όμως σε κάθε περίπτωση η διαφορά κεφαλαιοποιείται και αποπληρώνεται μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος διευκόλυνσης. Άρα δεν υπάρχει καμία διαγραφή χρέους , απλά ελαφρύνεται για μικρό χρονικό διάστημα ο οφειλέτης ο οποίος θα κληθεί στο μέλλον να πληρώσει τη διαφορά.

 Πατήστε εδώ για το πλήρες κείμενο του νόμου .



Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ - Αναστολή εκτέλεσης της κοινής υπουργικής απόφασης χορήγησε ο Πρόεδρος του ΣτΕ

Σύμφωνα με δημοσίευμα του "enikos.gr" ο Πρόεδρος του ΣτΕ Κωνσταντίνος Μενουδάκος,  διέταξε την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης για την ΕΡΤ καθώς και τη λήψη από τους συναρμόδιους υπουργούς των αναγκαίων οργανωτικών μέτρων για τη συνέχιση της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων από δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα για το χρονικό διάστημα έως τη σύσταση και τη λειτουργία του νέου φορέα που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Η ακρόαση των διαδίκων διήρκεσε δύο ώρες όπου ανπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και χορηγήθηκε τελικά η αιτούμενη από την ΠΟΣΠΕΡΤ προσωρινή διαταγή.  
Αναμένουμε τις εξελίξεις.

1685/2013 Ολομέλεια ΣτΕ - Συνταγματικότητα άρθρου 18 Ν. 3758/2009 περί επιβολής έκτακτης εισφοράς

 
 

  Με την υπ' αριθμ. 1685/2013 απόφασή του (Ολομέλεια),  το ΣτΕ έκρινε συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 18 Ν. 3758/2009 περί έκτακτης εισφοράς , καθορίζοντας την τύχη όλων των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα αυτό. Η απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3900/2010 καθώς με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ,  θα καθορίσει την τύχη και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν προς επίλυση ενώπιον των τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς .     
          Παρατίθεται το πλήρες κείμενο της απόφασης .

Αριθμός 1685/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ.Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ιω. Σύμπλης, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Ι.Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση:
του …… … ……, κατοίκου ... ….. Αττικής(…….), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Μέντη (Α.Μ.16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και κατά των παρεμβαινόντων: 1) .. …. …, κατοίκου Αθηνών ( ….  …..  …- …), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ.  ….) και 2)  ….. ….  …., κατοίκου .. .. Αττικής (….  … ..), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Κ. Σαμαρτζή (Α.Μ. 10895), που τον διόρισε στο ακροατήριο. Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 693/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1123/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ο Εισηγητής, Σύμβουλος Ι. Γράβαρης, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πρώτο παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον πληρεξούσιο του δεύτερου παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους υπέρ της αποδοχής της αίτησης, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 
κ α ι  Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο
1.     Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την 693/2011 απόφαση του Β΄ Τμήματος.  2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση επ’ ακροατηρίου, αλλ’ απεχώρησε στις 30.6.2011 αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, ο δε Σύμβουλος Β. Αραβαντινός, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, έλαβε μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος. (Άρθρο 26 ν. 3719/2012, Α΄241, βλ.2/2009 απόφ. Ολομ. εν συμβ. και 208Α/2012 πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου.). 3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1113126 και 1113127/2010, σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου). 4. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1123/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η 18440/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του 2961/30.6.2009 εκκαθαριστικού σημειώματος του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας …., με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος του έκτακτη εισφορά 10.000 ευρώ κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί το εκκαθαριστικό σημείωμα, και είχε διαταχθεί η επιστροφή της καταβληθείσης ως άνω εισφοράς. 5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως ίσχυε κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (6.8. 2010) μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2του ν. 2721/1999 (Α΄112) και την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), και προτού αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213, ισχύς για καταθέσεις από 1.1.2011), «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράνταχιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) […] β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. […]». 6. Επειδή, εν προκειμένω, το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, ανερχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπολείπεται του κατωτάτου ορίου των 40.000 ευρώ που τάσσεται με την ανωτέρω διάταξη για το κατ’ αρχήν παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει αυτού, ο αιτών προβάλλει με συγκεκριμένους, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, ισχυρισμούς που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι, μεταξύ άλλων, συντρέχει, κατά τη διάταξη αυτή, περίπτωση «σπουδαίου νομικού ζητήματος», ως εκ του οποίου δικαιολογείται, κατ’ εξαίρεση, η άσκηση της αιτήσεως. Από την εκτίμηση των ισχυρισμών αυτών και των στοιχείων στα οποία αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά του οικείου εκκαθαριστικού σημειώματος (ανωτ. σκέψη 4), αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με βάση τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη εισφορά, από άποψη ιδίως αντικειμένου και αναδρομικότητας της φορολογίας (άρθρο 78 παρ. 1 και 2 Συντ.), φοροδοτικής ικανότητας, καθολικότητας του φόρου και φορολογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), προέβαλε δε επίσης παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Αντεπίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενεργώντας κατ’ εντολή του Γενικού Επιτρόπου, ζήτησε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, εν όψει του ότι είχαν ήδη κατατεθεί πολλές ανάλογες προσφυγές, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου μιας εξ αυτών, ως «πρότυπης δίκης» κατά το εδάφιο θ του άρθρου 29 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3659/2008 (Α΄77), «ώστε μετά την αμετάκλητο επίλυση του ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, να ακολουθήσει ο προσδιορισμός […] για τις λοιπές της αυτής κατηγορίας υποθέσεις […], στις οποίες τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα […]». Κατόπιν αυτού, ορίσθηκε για την προσφυγή του αιτούντος σύντομη δικάσιμος και εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι οι περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς ως άνω διατάξεις του ν. 3758/2009, έχοντας ως αντικείμενο το εισόδημα του έτους 2007, επιβάλλουν αναδρομικά φόρο κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση,κατά τα προεκτεθέντα, εξαφανίσθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3758 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 ούτε το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Και, ακόμα, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επαναφέρει, ως λόγους αναιρέσεως, τους περί αντισυνταγματικότητας ως άνω ισχυρισμούς του. Εξ άλλου, για την επίδικη εισφορά δεν υπάρχει ακόμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τίθεται πράγματι με την κρινόμενη αίτηση «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 εδ. β του π. δ. 18/1989, όπως βασίμως, κατά τ’ ανωτέρω, προβάλλει ο αιτών, χωρίς, άλλωστε, να το αμφισβητεί το Δημόσιο, και, επομένως, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, ασκείται η εν λόγω αίτηση παρά το υπολειπόμενο του νομίμου ορίου αντικείμενό της. 7. Επειδή, η αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς. 8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67) ορίζονται τα ακόλουθα: «α. Σε δίκη ενώπιον […] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας […], στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται θέμα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα […] τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι […]. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. […].». Βάσει των διατάξεων αυτών παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, παρεμβαίνουν εν προκειμένω ενώπιον της Ολομελείας οι …… ….. και ….. ………, επικαλούμενοι εκκρεμείς προσφυγές τους στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, κατά εκκαθαριστικών σημειωμάτων με τα οποία τους επιβλήθηκε, όπως και στον αιτούντα, έκτακτη εισφορά κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Από τους ισχυρισμούς τους όμως – περί ανισχύρου της εν λόγω εισφοράς- είναι ακουστοί μόνον όσοι αναφέρονται στα ζητήματα εκείνα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί, κατά τ’ ανωτέρω, από τον αναιρεσείοντα - και εν συνεχεία από την παραπεμπτική απόφαση όχι δε και εκείνοι που επεκτείνονται σε άλλα (πρβλ. και ΣτΕ, Ολομ., 1213/2010 κ.ά.). 9. Επειδή, στο άρθρο 78 του Συντάγματος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος» και στην παράγραφο 2 ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.». 10. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 18 του ν. 3758/2009 («Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», Α΄68/5.5.2009), υπό τον τίτλο «Έκτακτη Οικονομική Εισφορά», ορίζονται τα εξής: 1.α. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α΄). β. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008 εφόσον αυτό είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €) και άνω. γ. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. 2. Η έκτακτη εφάπαξ εισφορά καθορίζεται στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €) για ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα από εξήντα χιλιάδες ένα ευρώ (60.001 €) έως ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για εισόδημα από ογδόντα χιλιάδες ένα ευρώ (80.001 €) έως εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €), στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα ευρώ (100.001 €) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €), στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) για εισόδημα από εκατόν πενήντα χιλιάδες ένα ευρώ (150.001 €) έως τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) για εισόδημα από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (300.001 €) έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000 €), στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) για εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (500.001 €) έως εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (700.000 €), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) για εισόδημα από εφτακόσιες χιλιάδες ένα (700.001 €) έως εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ (900.000 €) και στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000 €) για εισόδημα άνω των εννιακοσίων χιλιάδων ένα ευρώ (900.001 €). 3.α. Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. β. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. γ. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1. δ. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 68, 69, 70, 71, 74, 75, 84 και 85 του Κ.Φ.Ε., καθώς και του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την επιβολή αυτής της εισφοράς, επιφυλασσομένων όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. Η εισφορά που προκύπτει μετά από έλεγχο που διενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να επιβάλλεται και με το οικείο φύλλο ελέγχου της φορολογίας εισοδήματος. 4.α. Η εισφορά που επιβάλλεται με αυτόν το νόμο καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις […] β. Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. […]». 11. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά, επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών τής οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο, σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια - υψηλών πράγματι (άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας τού εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1317, 1318/1979, Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984, επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986), η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008, ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ότι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο ΦΕΚ Α΄ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων, για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν – ευλόγως - από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, το εν λόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο ούτε αντίθετο με την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας και δεν αντίκειται, συνεπώς, στο Σύνταγμα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Αραβαντινός, Θ Αραβάνης, Δ, Μακρής, Μ. Πικραμένος και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Β. Κίντζιου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Με τις παρατεθείσες ανωτέρω (σκέψη 10) διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Χωρίς, σημειωτέον, από την απαγόρευση αυτή να χωρούν παρεκκλίσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. (Βλ. γνώμη πλειοψηφίας στη σκέψη 7 της ανωτέρω 693/2011 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος). Εξ άλλου, κατά την έννοια της αυτής συνταγματικής διατάξεως, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων, 209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995, επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ. Βλ. επίσης την ανωτ. 693/2011). Κατόπιν αυτών, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ευθέως ότι η προβλεπόμενη με αυτήν έκτακτη εισφορά «επιβάλλεται στο εισόδημα των φυσικών προσώπων» (και των σχολαζουσών κληρονομιών) και ότι για τον υπολογισμό της «λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα […] των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή,όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο ουδόλως μεταβάλλεται αν το εν λόγω εισόδημα του 2007, αντί να χαρακτηρισθεί αντικείμενο (όπως πράγματι είναι) της επίδικης εισφοράς, θεωρηθεί, κατά τ’ ανωτέρω, ως «κριτήριο» για την επιβάρυνση με αυτήν των οικονομικώς ευρωστοτέρων. Γιατί, το Σύνταγμα, καθορίζοντας, κατά τα προεκτεθέντα, περιοριστικά, στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, τα στοιχεία που μπορεί να στηρίξουν την επιβολή φόρου, μεταξύ των οποίων και το εισόδημα, αποβλέπει στα στοιχεία αυτά ακριβώς ως κριτήρια διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ.) απαγορεύοντας όμως, απολύτως, κατά την παράγραφο 2, την αναδρομική, πέραν του έτους, χρησιμοποίησή τους. 12. Επειδή, στο άρθρο 79 (παρ. 1 - 4) του Συντάγματος ρυθμίζονται τα της ψηφίσεως του ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να αναγράφονται σ’ αυτόν όλα τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην καλή δημοσιονομική διαχείριση (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.), δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα) δημόσια βάρη, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την προμνημονευθείσα συνταγματική διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 78. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφισητου νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, εν όψει της γνώμης την οποία υποστήριξε στο προηγούμενο ζήτημα (ότι, δηλαδή, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς επί εισοδημάτων του ημερολογιακού έτους 2007), διετύπωσε την άποψη ότι, ακριβώς συνεπεία της αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η επιβολή της εν λόγω μη προϋπολογισθείσης έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με την ως άνω δοθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 79 του Συντάγματος, αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου αυτού. 13. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991, 444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.). 14. Επειδή, η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη, κατά τ’ ανωτέρω (σκέψη 10), με το ν. 3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει, πάντως, τα όρια της κατά την προηγούμενη σκέψη ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Γράβαρη και Β. Αραβαντινού, και της Παρέδρου Β. Κίντζιου, ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης, οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει, διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758, ώστε η φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου, «έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές), κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη ελάφρυνση των φυσικών προσώπων.  15. Επειδή, στο πλαίσιο της ως άνω, κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται «ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995, επταμ.). Εξ άλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός περί άνισης φορολόγησης του εισοδήματός του εντός του οικείου κλιμακίου, λόγω φθίνουσας προοδευτικότητας του φόρου, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, συνιστάμενος στο μερικότερο τούτο ζήτημα της επίδικης περιπτώσεως, προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα που αυτός κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος.  16. Επειδή, όπως προελέχθη, (σκέψη 10), σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 περ. β και γ του ν. 3758/2009, αντικείμενο της επίδικης εισφοράς αποτελεί το «συνολικό καθαρό εισόδημα» των δηλώσεων οικονομικού έτους 2008, «φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», εξαιρέσει των εισοδημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. (Πρόκειται, αντιστοίχως, για την αυτοτελή φορολόγηση αποζημιώσεων στο πλαίσιο μισθωτών υπηρεσιών και την απαλλαγή ορισμένων εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, στην επίδικη εισφορά, πλην των συγκεκριμένων ως άνω εξαιρέσεων, υπόκειται κάθε έσοδο που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, άρα και οι «αυτοτελώς φορολογούμενες ειδικές περιπτώσεις» των άρθρων 11 κ.επ. αυτού. Συνεπώς, ισχυρισμός που είχε προβάλει ο αιτών με την προσφυγή του ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στην εισφορά «ποσό 55.720,13 ευρώ που αφορά αυτοτελώς φορολ. ποσά», χωρίς να διευκρινίζει ειδικότερα τη φύση των εν λόγω ποσών, δεν ήταν ουσιώδης και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα δεν ελήφθη υπ’ όψη από το διοικητικό εφετείο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ομοίως, παράπονα της κρινόμενης αίτησης σχετικά με τον ενιαίο τρόπο εμφανίσεως στις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφ’ ενός μεν των αυτοτελώς φορολογουμένων εσόδων των υπαγομένων στην εισφορά, αφ’ ετέρου δε των κατά τ’ ανωτέρω εξαιρουμένων από αυτήν, έτσι ώστε τα τελευταία να μη διακρίνονται και να υπόκεινται, ως μη έδει, σε εισφορά, προβάλλονται άνευεννόμου συμφέροντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι στα ένδικα εισοδήματά του περιλαμβάνονται και τέτοια εξαιρούμενα της εισφοράς έσοδα. Εξ άλλου, το ότι τα υποκείμενα στην εισφορά ως άνω αυτοτελώς φορολογούμενα έσοδα δηλώνονταν, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, προαιρετικώς στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν άγει, από πλευράς επιβολής της επίδικης εισφοράς, σε άνιση ευνοϊκή μεταχείριση όσων δεν προέβησαν σεσχετική δήλωση, αφού και στους τελευταίους, πάντως, «βεβαιώνεται οίκοθεν» η εισφορά κατόπιν ελέγχου (παρ. 3 περ. α, β και δ ανωτ. άρθρου 18 ν. 3758). Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.  17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων. (Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως, απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος, άλλωστε, που με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η υποχρέωση προηγουμένης ακροάσεως επιβαλλόταν ειδικότερα από την, κατά τον αιτούντα, ανάγκη να διευκρινισθεί ποιά από τα δηλωθέντα ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα ήσαν από εκείνα που απαλλάσσονται από την επίδικη εισφορά (βλ. προηγούμενη σκέψη), ο λόγος είναι, πάντως, απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε δηλώσει εν προκειμένω τέτοια απαλλασσόμενα της εισφοράς εισοδήματα.  18. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πιο πάνω παρεμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους.
Δ ι ά  τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις των … και … … . Επιβάλλει συμμέτρως στον αιτούντα και τους παρεμβαίνοντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013.

    Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                            Η Γραμματέας



      Φ. Αρναούτογλου                                   Μ. Παπασαράντη