Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Δικαίωση εργαζόμενης και στην κατ' έφεση δίκη (απόφαση 33/2013 Μονομ. Εφ. Θράκης- πολιτικό)

     Με την υπ' αριθμ. 14/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης - διαδικασία εργατικών διαφορών (έχει αναρτηθεί παλαιότερα στο blog) , είχε δικαιωθεί εργαζόμενη που προσέφυγε στη δικαιοσύνη, κατά της εργοδότριάς της,  για την μη καταβολή δεδουλευμένων . Χαρακτηριστικό της απόφασης ήταν ότι η εργαζόμενη δικαιώθηκε παρόλο που υπέγραφε αποδείξεις εξόφλησης για ποσά τα οποία στην πραγματικότητα δεν ελάμβανε . Η εργοδότρια άσκησε έφεση στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 33/2013 απόφασή του , δικαίωσε εκ νέου την εργαζόμενη , επιδικάζοντάς της τα ίδια ποσά , μεταβάλλοντας , ορθά, την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς το νομιμότοκο της παράνομης υπερωρίας , το οποίο άρχεται από την επίδοση της αγωγής διότι δεν υφίσταται εν προκειμένω σχετική συμβατική δήλη ημέρα. 

       Παρατίθεται το διατακτικό της απόφασης :

ΑΡΙΘΜΟΣ 33/2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΡΑΚΗΣ 

(............)

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ
          Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10-4-2012 και με αριθ. καταθ. 20/12 έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 14/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.
Δέχεται τυπικώς και κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 14/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει επί της υπ' αριθ. καταθ. ΕΓ 54/10-5-2010 αγωγής.
Δέχεται αυτήν εν μέρει.
         Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικά είκοσι δύο χιλιάδες τετρακόσια είκοσι πέντε ευρώ και είκοσι τέσσερα λεπτά (22.425,24 €) με το νόμιμο τόκο ως εξής :
Ποσό επτά χιλιάδες τριακόσια τριάντα ένα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτά ( € 7.331,97), νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα που κάθε επιμέρους κονδύλιο έπρεπε να καταβληθεί.
       Ποσό χίλια τετρακόσια δέκα οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτά ( 1.418,40 €), νομιμοτόκως από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους 7ίου έπρεπε να είχαν καταβληθεί τα δώρα Χριστουγέννων , δηλαδή ποσό τριακόσια εξήντα επτά ευρώ ενενήντα έξι λεπτά (€ 367,96) και από την 1η Μαΐου κάθε έτους, εντός του οποίου έπρεπε να είχαν καταβληθεί τα δώρα Πάσχα, δηλαδή ποσό χιλίων πενήντα ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (1.050,44€).
Ποσό πέντε χιλιάδες επτακόσια σαράντα ευρώ και έντεκα λεπτά (€ 5.740,11), νομιμοτόκως από τη λήξη του έτους που έπρεπε το κάθε επιμέρους ποσό να καταβληθεί και όλα τα ποσά μέχρι την εξόφληση.
Ποσό δύο χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα ένα ευρώ και σαράντα λεπτά (€ 2.981,40), νομιμοτόκως από την πρώτη κάθε επόμενου μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία του Σαββάτου .
Ποσό εξακόσια πενήντα ευρώ και τριάντα λεπτά ( 650,30 €), νομιμότοκα από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε υπερεργασία και
       Ποσό τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων τριών ευρώ και έξι λεπτών (€ 4.303,06 ), νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και των δύο βαθμώνδικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια εκατόν πενήντα (1.150,00) ευρώ.
            Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

     

Κρίθηκε αντισυνταγματική από το ΣτΕ η φορολόγηση του επιδόματος αλλοδαπής

    Σύμφωνα με την πολυαναμενόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1840/2013) για το ζήτημα - που είχαμε αναφέρει σε παλαιότερη αναρτηση - της φορολόγησης με συντελεστή 15% του επιδόματος αλλοδαπής , αυτή η φορολόγηση κρίθηκε αντισυνταγματική , καθώς έρχεται  σε αντίθεση με τα άρθρα 4 και 78 του Συντάγματος, διότι το επίδομα αυτό έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και δεν πρέπει να υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.Σημειώνουμε ξανά οτι η απόφαση αυτή αποτελεί πιλότο για πολλές εκκρεμείς υποθέσεις.
      
   Προσεχώς θα δημοσιεύσουμε και το πλήρες κείμενο της απόφασης.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Ρυθμίσεις οφειλών του ΤΠΔ στα πλαίσια του Ν. 3869/2010

    Μείζον θέμα που ανακύπτει κατά την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 , είναι το αν υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού , οι οφειλές που απορρέουν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η μέχρι σήμερα νομολογία είναι αντικρουόμενη και αυτό συμβάινει διότι  για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των ανωτέρω δανείων, οι οφειλέτες - δημόσιοι υπάλληλοι, εκχωρούν υποχρεωτικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62 Ν. 2214/1994 και 25 του Ν. 3867/2010  μέρος των τακτικών μηνιαίων απολαβών τους . Το γεγονός αυτό οδηγεί ορισμένους δικαστές στο σκεπτικό οτι  ήδη αυτά τα δάνεια , έχει συμφωνηθεί να εξοφληθούν με ειδική διάταξη νόμου και συνεπώς δεν μπορούν να ρυθμιστούν με βάση το Ν. 3869/2010 . Μπορούν μόνο να ρυθμιστούν με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 (σχετικές δικαστικές αποφάσεις  ΕιρΠατρών 4/2001, ΕιρΑθηνών 15/2011, ΕιρΑμαρ447/2012).
       

      Έχει ωστόσο διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη,  κατά την άποψή μας η ορθότερη, σύμφωνα με την οποία, οι συναλλακτικές σχέσεις των επιχειρηματικής φύσης ΝΠΔΔ όπως το ΤΠΔ με τους δανειοδοτούμενους και γενικά με τρίτους , έχουν συμβατικό χαρακτήρα, και αν ακόμη ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις που έχεουν θεσπιστεί με νομοθετικές διατάξεις , όπως αυτή για την είσπραξη  των δόσεων του δανείου από το ΤΠΔ με εκχώρηση μέρους του μισθού , η οποία αφορά τη διαδικασία εξόφλησης του δανείου και δε μεταβάλλει το συμβατικό χαρακτήρα της σχέσης, διέπεται δε από το ιδιωτικό δίκαιο , όπως η σχέση κάθε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος , ως τέτοιο δε ουδιαστικά λειτουργεί κατα τη χορήγηση των στεγαστικών δανείων και το ΤΠΔ . Επομένως η απαίτηση του ΤΠΔ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στερούνται βασιμότητας (σκεπτικό απόφασης 89/2012 ΕιρΠατρών και άλες αποφάσεις όπως ΕιρΘεσ 6958/2011 και 1239/2012 ).
  
        Εκ του γράμματος και του πνεύματος του Ν. 3869/2010 δεν προκύπτει κάποιος λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εξαιρεθούν οι οφειλές από το ΤΠΔ . Το ΤΠΔ όμως θα ικανοποιηθεί προνομιακά βάσει των ισχυόντων κατά το Ν. 2214/1994 (άρθρα 62 και 63 αυτού) παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 (άρθρα 8 ή/και 9 αυτού) . Ουσιαστικά δηλαδή πρόκειται για ικανοποίηση του ΤΠΔ με διπλό τρόπο (Ι. ΒΕΝΙΕΡΗΣ - Θ. ΚΑΤΣΑΣ " ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 για τα ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ , έκδοση 2011, σελ. 87 επ.) 








Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η επιβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές , σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2013 αποφ. Μον. Πρωτ. Χανίων

   
   Παρατίθεται το σκεπτικό της απόφασης 3/2013 Μον. Πρωτ. Χανίων , σύμφωνα με την οποία αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η επιβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές


Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της
Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα πλέον σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα (άρθρο 6α του ν. 4093/2012), σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές
περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/2010 απόφαση του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην σχετική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως,σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεση της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας. Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθείσυλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Άλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε
όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση.
Πρώτον, διότι το λειτουργικό κόστος της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει περιοριστεί κατά πολύ (όμοια και Γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου - Α. Καϊδατζή, για τη συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016» παρ. Γ 7). Δεύτερον, διότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία,
συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Τρίτον, διότι θα έπρεπε με την ίδια λογική το σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της αιτιολογικής έκθεσης. Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών».
Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματος του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασης του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, να προστατεύσει το εμπράγματο δικαίωμα του από την ανακριβή πρώτη εγγραφή με την οποία αμφισβητείται ολικά ή μερικά το δικαίωμα που έχει επί ενός κτηματογραφημένου ακινήτου, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση των κτηματολογικών αγωγών, είναι σύνηθες οι εναγόμενοι να συνομολογούν ή να αποδέχονται την αγωγή, αφού δεν υφίσταται εν τοις πράγμασι αμφισβήτηση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων των διαδίκων και η όποια αμφισβήτηση ανακύπτει τυπικά κατά την κτηματογράφηση εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ. Άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια Δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205) και κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιου είδους κύρωση. Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821, ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη).


 Πηγή απόφασης Nomos

Επιβολή προστίμων σε τράπεζα για παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων


        Πρόστιμα συνολικού ύψους 10.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σε τράπεζα, για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μετά από προσφυγή παλαιού πελάτη της.
     Ειδικότερα ο εν λόγω πελάτης προσέφυγε στην Αρχή ισχυριζόμενος ότι στέλεχος της υπό κρίση τράπεζας, με την οποία είχε διακόψει από καιρό τη συνεργασία του, προέβη μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» σε αναζήτηση κι επεξεργασία οικονομικών του στοιχείων, τα οποία εν συνεχεία προώθησε σε συγγενικό του πρόσωπο, μη δικαιούμενο εκ του νόμου ενημέρωσης σχετικά με τα στοιχεία αυτά και σε κάθε περίπτωση χωρίς να έχει ληφθεί η συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου πελάτη.
         Να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων ζήτησε με εξώδικη διαμαρτυρία να πληροφορηθεί το πρόσωπο το οποίο προέβη στις ως άνω περιγραφόμενες ενέργειες χωρίς ωστόσο να λάβει απάντηση εκ μέρους της Τράπεζας.
      Η Αρχή λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομοθεσία, και συγκεκριμένα το ν.2472/97 περί «προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» έκρινε αθέμιτη την άντληση κι επεξεργασία των επίμαχων στοιχείων χωρίς ενημέρωση και συγκατάθεση του ενδιαφερομένου κι επέβαλε στην τράπεζα επιπλέον πρόστιμο για μη ικανοποίηση του νόμιμου αιτήματος ενημέρωσης του προσφεύγοντος πελάτη.

    Πηγή : lawnet.gr

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Νομολογία- Χορήγηση προσωρινής διαταγής που αφορά στην άρση της παρακράτησης απο τη μισθοδοσία υπερχρεωμένου δανειολήπτη μέχρι τη συζήτηση της αίτησης

     Με την με ημερομηνία 7/2/2013 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας, άρθηκε η παρακράτηση από τη μισθοδοσία υπερχρεωμένου δανειολήπτη, μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεώς του. Το ζήτημα που κρίθηκε εδώ,  αφορά σε μεγάλο αριθμό δανειοληπτών που ζητούν τη ρύθμιση των οφειλών τους ενώ όμως έχουν χορηγήσει πάγια εντολή στην τράπεζα να λαμβάνει αυτόματα τα μηνιαία ποσά που αντιστοιχούν στις οφειλές τους από τη μισθοδοσία τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εφόσον ο οφειλέτης έχει ζητήσει ρύθμιση της εν λόγω οφειλής του, έχει τη δυνατότητα να μην καταβάλει το σύνολο του φερόμενου προς ρύθμιση ποσού,  μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως του. 

     Το κείμενο της προσωρινής διαταγής έχει ως εξής :   
                          ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
    Αφού έλαβε υπόψη το αίτημα του αιτούντος για προσωρινή διαταγή και αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των καθών, εκτός από τον τρίτο και τέταρτο των καθών που δεν εμφανίστηκαν καίτοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, δέχεται το αίτημα. Αίρει την παρακράτηση από τον δεύτερο και τρίτο των καθών μηνιαίως των ποσών 246,57 ευρώ και 232,66 ευρώ αντίστοιχα καθώς παραβλάπτεται το βιοτικό επίπεδο του αιτούντος και της οικογένειας του μέχρι τη συζήτηση της παρούσης (δικάσιμος 19/4/2013) οπότε το δικαστήριο θα αποφασίσει για την διατήρηση ή όχι της παραπάνω προσωρινής διαταγής συζήτησης της παρούσας (19/4/2013) οπότε το Δικαστήριο θα αποφασίσει για την διατήρηση ή όχι της παραπάνω προσωρινής διαταγής.
Κέρκυρα 7/02/2013

Ειρηνοδίκης                                            Γραμματέας 
ΖΕΡΒΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ     ΑΝΝΑ ΛΑΓΟΥ

Σύσταση και συγκρότηση Επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας


   Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η σύσταση κι η σύνθεση της επιτροπής που θα αναλάβει να συντάξει το σχέδιο του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ).
Ειδικότερα η σύνθεση της Επιτροπής έχει ως εξής :
1.Ιωάννης Χαμηλοθώρης, Αρεοπαγίτης, Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, ως Πρόεδρος,
2. Παναγιώτης Πετρόπουλος, Εφέτης Πειραιώς,
3. Κυριάκος Οικονόμου, Εφέτης Πειραιώς,
4. Γεώργιος Ορφανίδης, Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
5. Χαρίκλεια Απαλαγάκη, Καθηγήτρια Πολιτικής Δικονομίας του Τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
6. Στυλιανός Σταματόπουλος, Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας του Τμήματος Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης,
7. Κωνσταντίνος Κουτσουλέλος, Δικηγόρος Αθηνών,
8. Θεόδωρος Σχίνος, Δικηγόρος Αθηνών, και
9. Αντώνιος Βγόντζας, Δικηγόρος Αθηνών, ως μέλη
Χρέη γραμματέα στην επιτροπή θα εκτελεί ο Νικόλαος Μαστρομάττης, Προϊστάμενος του Τμήματος Συμβολαιογραφείων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ καταληκτική ημερομηνία υλοποίησης του έργου ορίζεται η 30η Νοεμβρίου 2013.
Τέλος στην υπουργική απόφαση αναφέρεται ότι κανείς από τους ανωτέρω συμμετέχοντες στη Επιτροπή δε θα δικαιούται κανενός είδους αποζημίωση.
Πηγή : lawnet.gr