Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

ΕΔΑΔ: Επιδίκασε αποζημίωση σε σύζυγο αποθανούσας εγκύου



        Το ΕΔΑΔ αναγνώρισε ότι ο θάνατος εγκύου, ο οποίος προκλήθηκε από λανθασμένες ιατρικές εκτιμήσεις συνιστά παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα στη ζωή.
 Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με απόφασή [Link] του αναγνώρισε ότι ο θάνατος εγκύου στην Τουρκία, ο οποίος προκλήθηκε από λανθασμένες ιατρικές εκτιμήσεις συνιστά παραβίαση του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα στη ζωή.
Ειδικότερα, η υπόθεση έφτασε ενώπιον του ΕΔΑΔ μετά από προσφυγή του Mehmet Şentürk, συζύγου της γυναίκας, ο οποίος έχοντας εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ζητώντας να του επιδικαστεί αποζημίωση για ψυχική οδύνη.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το 2000, η γυναίκα, ενώ βρισκόταν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της, αισθάνθηκε έντονους πόνους και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Karşıyaka State Hospital, όπου εξετάστηκε από μαία, η οποία έκρινε ότι δε συντρέχει λόγος να ειδοποιηθεί ο εφημερεύων γυναικολόγος. Στη συνέχεια, το ζευγάρι επισκέφθηκε το νοσοκομείο İzmir State Hospital όπου εξετάστηκε εκ νέου από τη μαία χωρίς να κληθεί ο γιατρός. Όμως, με δεδομένο ότι οι πόνοι συνέχιζαν, η γυναίκα μεταφέρθηκε από το σύζυγό της στο νοσοκομείο Atatürk Training and Research Hospital, όπου της δόθηκε σχετική αγωγή. Οι πόνοι δεν υποχώρησαν και επισκέφθηκε την πανεπιστημιακή κλινική του Ege University Hospital. Στο τελευταίο νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι το έμβρυο ήταν νεκρό και η γυναίκα έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Το ζευγάρι καθώς δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει οικονομικά στα έξοδα μιας τέτοιας επέμβασης, ζήτησε τη μεταφορά της γυναίκας σε άλλο νοσοκομείο, κατά τη μεταφορά της όμως τελικά απεβίωσε. Μετά το τραγικό συμβάν, το υπουργείο Υγείας διενήργησε έλεγχο για την απόδοση ευθυνών. Στην πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, οι υπαίτιοι καταδικάστηκαν αλλά ο σύζυγος δεν έκρινε αρκούντως ικανοποιητική την καταδικαστική απόφαση και την προσέβαλε. Το 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουρκίας, το οποίο επιλήφθηκε της υποθέσεως έκρινε ότι τα αδικήματα έχουν παραγραφεί και ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημίωσης.
Ο σύζυγος προσέφυγε στο ΕΔΑΔ ζητώντας να αναγνωριστεί παραβίαση των άρθρων 2 (δικαίωμα στη ζωή), 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης μεταχείρισης), 6 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) και 13 (αποτελεσματικά ένδικα μέσα) της ΕΣΔΑ.
Το ΕΔΑΔ εξετάζοντας τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων καθώς και το πόρισμα της έρευνας των τουρκικών αρχών, διαπίστωσε ότι πράγματι συντρέχει ποινική ευθύνη του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού των ως άνω αναφερθέντων νοσοκομείων και η γυναίκα δεν έλαβε την αναγκαία ιατρική φροντίδα, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασής της. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η μη παροχή της απαραίτητης θεραπείας συνιστά παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι εφόσον αποδείχθηκε παραβίαση τουλάχιστον ενός άρθρου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δε συντρέχει λόγος εξέτασης των υπολοίπων.
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταδίκασε την τουρκική κυβέρνηση να καταβάλει ως αποζημίωση για ψυχική οδύνη στο σύζυγο της άτυχης γυναίκας 65.000 ευρώ και 4.000 (αφαιρούμενων 850 ευρώ που έχει ήδη λάβει) για τα δικαστικά έξοδα.

Πηγή : lawnet. gr

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Απερρίφθησαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας ρυθμίσεις του Μνημονίου

    Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας έκρινε ως αντισυνταγματικά ορισμένα από τα βασικά άρθρα του προϋπολογισμού του 2013.
    Τέσσερα από τα εννέα μέτρα λιτότητας απερρίφθησαν, γεγονός, το οποίο μεταφράζεται σε απώλειες δημοσίων εσόδων συνολικού ύψους 1.5 δις. ευρώ. Μεταξύ των αντισυνταγματικών μέτρων περιλαμβάνονται η κατάργηση αδείας για τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα και τους συνταξιούχους, καθώς και οι περικοπές στα επιδόματα ανεργίας και ασθένειας.
    Τέλος, σημειώνεται ότι ο Pedro Passos Coelho, Πρωθυπουργός της Πορτογαλίας, μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν προχώρησε σε δηλώσεις αλλά συγκάλεσε εκτάκτως το υπουργικό συμβούλιο. Στο συμβούλιο, το οποίο πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, αποφασίστηκε η λήψη πρόσθετων οικονομικών μέτρων, τα οποία θα έχουν ισοδύναμα αποτελέσματα με τα απορριφθέντα προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του Μνημονίου.

Πηγή : lawnet.gr

Ν. 3869/2010 και εμπορική ιδιότητα



Σύμφωνα με το άρθρο 1§1 του Ν. 32869/2010 , φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο , σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή , σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον ίδιο νόμο.
Συνεπώς ο ίδιος ο νομοθέτης θέτει περιορισμό ως προς τα πρόσωπα που δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση , ήτοι να μην είναι νομικά πρόσωπα και έμποροι. Οι τελευταίοι μάλιστα εξαιρούνται διότι έχουν πτωχευτική ικανότητα κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Κρίσιμο ζήτημα λοιπόν αποτελεί για την εφαρμογή ή μη του Ν. 3869/2010 η ιδιότητα του αιτούντος ως εμπόρου η μη , κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης . Συνεπώς και όσοι ήταν έμποροι , έπαψαν όμως της εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά το χρόνο της παύσης να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους, δύνανται να υπαχθούν στο Ν. 3869/2010.
Με την απόφαση 38/2011 Ειρηνοδικείου Αθηνών – διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας , κρίθηκε ότι «Η εμπορική ιδιότητα είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου (3869/20410).Η απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών θα έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης κατ’ ουσία λόγω μη συνδρομής ουσιαστικής προϋπόθεσης .» Επίσης δια της ανωτέρω απόφασης επισημάνθηκε ότι, ο Εμπορικός Νόμος δεν διακρίνει μεταξύ εμπόρων , οι οποίοι ασκούν την εμπορία σε αξιόλογη έκταση και των προσώπων εκείνων των οποίων το εμπόριο διεξάγεται σε μικρή έκταση , όπως συμβαίνει με τον καταστηματάρχη μικρού καταστήματος που εργάζεται μόνος του αρκεί να υπάρχει διαμεσολάβηση στην κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών και ελπίδα κέρδους. Η αίτηση που κρίθηκε δια της ανωτέρω αποφάσεως , τελικά απορρίφθηκε από το δικαστήριο,  με το σκεπτικό ότι ο αιτών – έμπορος , δεν προσκόμισε σχετική βεβαίωση της ΔΟΥ περί διακοπής εργασιών έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει τόσο τη διακοπή των εργασιών του όσο και το χρόνο που έγινε αυτή. Το δικαστήριο δηλαδή δεν μπόρεσε από τα προσαγόμενα σε αυτό έγγραφα,  να ελέγξει αν μετά την παύση της εμπορίας του  εξακολουθούσε ο οφειλέτης  να καταβάλλει τις οφειλές του, γεγονός που θα συντελούσε στην ύπαρξη ή μη της πτωχευτικής του ικανότητας και ακολούθως στην υπαγωγή του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010.
Επίσης σε μία έτερη υπόθεση που εκδικάσθηκε επίσης από το Ειρηνοδικείο Αθηνών , απορρίφθηκε επίσης η αίτηση της αιτούσας – οφειλέτιδας , καθώς από την προσκομιζόμενη στο δικαστήριο διακοπή εργασιών προέκυψε ότι αυτή έχουσα 25 έτη την εμπορική ιδιότητα , δημιούργησε οφειλές απορρέουσες από την ιδιότητά της αυτή. Επιπροσθέτως στις τελευταίες φορολογικές της δηλώσεις εμφάνιζε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια τα χρέη της χαρακτηρίσθηκαν εμπορικά , με τη ίδια έχουσα την εμπορική ιδιότητα και δεν υπήχθη τελικώς στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Προσοχή λοιπόν στον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης .

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Νομολογία - Προστασία καταναλωτή - Καταχρηστικοί όροι σε δανειακές συμβάσεις

       Με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων, έχει κριθεί οτι υφίστανται καταχρηστικοί όροι σε δανειακές συμβάσεις στεγαστικών (και όχι μόνο ) δανείων με συνέπεια να κρίνονται αυτοί άκυροι. Σε περιπτώσεις μάλιστα που αν οι καταναλωτές εξαιτίας των καταχρηστικών όρων, αναγκάσθηκαν να καταβάλουν επί πλέον ποσά στα τραπεζικά ιδρύματα , έπειτα από προσφυγή τους στη δικαιοσύνη, τους επιστράφηκαν τα ποσά αυτά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

       Παρατίθενται  εδώ ενδεικτικώς  ορισμένα σημεία της υπ' αριθμ. 567/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που αναλύει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του νόμου περί προστασίας καταναλωτών. 

  
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 567/2010  Ειρηνοδίκης: Αγγελική Αναστασιάδου Δικηγόροι: Χρυσάνθη Παπαστάμου, Αφροδίτη Γούλα

        Σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, «Περί προστασίας των Καταναλωτών», όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το αρθρ. 10, παρ. 24 στοιχ. β` του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή. Καταναλωτής είναι και ο πελάτης πιστωτικού ιδρύματος, στην οποία αυτό, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, συνάπτει, εκτός των άλλων, συμβάσεις δανείων. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψη της, και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση, στο εθνικό δίκαιο, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων, που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο αρθρ. 3 παρ.1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται σε βάρος του καταναλωτή ανισορροπία, ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του αρθρ. 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η παραπάνω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Απέκλινε έτσι φραστικά από τη διατύπωση του αρθρ. 3 παρ. 1 της παραπάνω Οδηγίας, η οποία μιλάει για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών». Στενή ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη διατάραξη» θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ) και κατ ακολουθία σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή, έναντι εκείνης, που πράγματι περιγράφεται στην Οδηγία. Η ανάγκη της, σύμφωνης με την Οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» να εκληφθεί διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το αρθρ. 10 παρ. 24 στοιχ. β` του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006, Νόμος). Ενώ, εξάλλου, μετά την τελευταία τροποποίηση της παρ. 6, αντικαταστάθηκε ο όρος «διατάραξη» με την παρ. 2 του αρθρ. 2 του Ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.07.07) με τον όρο «σημαντική διατάραξη», με συνέπεια να ανταποκρίνεται έτσι πλήρως στο κείμενο της Οδηγίας.

        Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ, που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2741/1999 και το Ν. 3587/2007 (που προσέθεσε άλλη μια περίπτωση, που δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση) απαριθμούνται ενδεικτικά και 32 περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται χωρίς άλλο καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχεία ια, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, όπως και η υπό στοιχείο ε, κατά την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι, που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Η σωρευτική, εφαρμογή από το Δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του αρθρ. 2 του ν. 2261/1994, επιβάλλεται, δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της «σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό, να έχει αξία και χρησιμότητα, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου.

       Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικότητας αποτελούν δείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο δέσμευσης του καταναλωτή, να μη ασκήσει κατά τη λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης νόμιμα δικαιώματα του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο αρθρ. 6 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση, να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις σύμφωνα και με το αρθρ. 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, αν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Εάν δηλαδή έχει παραβιαστεί η αρχή της διαφάνειας. Τέλος, ενόψει του ότι οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα του αρθρ. 281 ΑΚ, ενσωματώνουν κατ΄ ανάγκη και το πνεύμα του αρθρ. 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει, ότι η διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Από τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει, ότι η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο, που ισχύει, κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού, και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε. Επομένως Γ.Ο.Σ. που διατυπώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 1961/1991 κρίνονται σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, εφόσον υπό την ισχύ του γίνεται η χρήση αυτών (ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001.1125). Κατά την έννοια, εξάλλου, των παραπάνω διατάξεων, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, στα πλαίσια πάντοτε επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Έτσι όταν πρόκειται για γενικό όρο, που αφορά την επιφύλαξη στην ανώνυμη επιχείρηση, που λειτουργεί κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου του δικαιώματος να προβαίνει μονομερώς αυτή, διαρκούσης της ισχύος της συμβάσεως στεγαστικού δανείου, σε αύξηση επιτοκίου, που συνιστά τη βασική υποχρέωση του δανειζόμενου καταναλωτή, πρέπει να διατυπώνεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό της σύμβασης δανείου κατά τρόπο διαφανή, υπό την έννοια, ότι ο δανειζόμενος ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, πρέπει να δύναται, να αντιληφθεί το μέτρο της αυξήσεως και στην περίπτωση μιας αυξήσεως να μπορεί, να εκτιμήσει το σύμφωνο αυτής προς την σχετική ρήτρα, που την προβλέπει (ΑΠ 1030/2001, ο.π.). Σε περίπτωση επιφυλαχθέντος στον προμηθευτή, όπως είναι και η ανώνυμη επιχείρηση, που λειτουργεί με τους κανόνες των τραπεζικών ιδρυμάτων, δικαιώματος αναπροσδιορισμού του επιτοκίου πρέπει, να αναφέρονται κατά τρόπο ορισμένο, όσο είναι δυνατό, οι προϋποθέσεις αυτού και το δεδομένο πλαίσιο διαμόρφωσης. Από τις αρχές της καλής πίστεως συνάγεται η υποχρέωση συγκεκριμένος Γ.Ο.Σ. να προσφέρει στον καταναλωτή επαρκή γνώση των οικονομικών επιβαρύνσεων, που αυτός αναλαμβάνει, στο βαθμό, που από τις περιστάσεις προκύπτει, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αξιωθεί. Ο προμηθευτής ενεργεί κατά τρόπο καταχρηστικό, αν δεν συμμορφώνεται προς τις επιταγές αυτές. Τέτοια χαρακτηριστικά έχει ο Γ.Ο.Σ. εκείνος, που επιτρέπει στην παραπάνω ανώνυμη επιχείρηση ως προμηθευτή, να προβεί μονομερώς σε μεταβολή του επιτοκίου δανειοδότησης σε οποιαδήποτε ημερομηνία ανανέωσης της συμβάσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση ο αντισυμβαλλόμενος καταναλωτής παραδίνεται στην κρίση του προμηθευτή, για την ορθότητα και αναγκαιότητα της αναπροσαρμογής, χωρίς αυτός να μπορεί, να προβλέψει κάτω από ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση θα υποστεί πρόσθετες επιβαρύνσεις. Η καταχρηστικότητα τέτοιου όρου δεν αίρεται από την παρεχόμενη στον καταναλωτή δυνατότητα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Τέτοια δυνατότητα δεν μεταβάλλει σε τίποτε την αβεβαιότητα ενδεχομένων μελλοντικών επιβαρύνσεων του καταναλωτή. Ακόμη δε και υπό το πρίσμα του αρθρ. 371 ΑΚ, που ορίζει ότι ο προσδιορισμός της παροχής που ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το Δικαστήριο. Όμως στην προκείμενη περίπτωση η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται, διότι υπάρχει η ειδική διάταξη του αρθρ. 2 παρ. 7 περ. ε` του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: α)... ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Ο παραπάνω νόμος αξιώνει στις καταναλωτικές σχέσεις, τα κριτήρια προσδιορισμού της παροχής του προμηθευτή να αναφέρονται στη σύμβαση. Οι Γ.Ο.Σ. περαιτέρω πρέπει να έχουν διαφάνεια και να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Αδιαφανείς δε ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από ορισμένες ενέργειες (άσκηση δικαιωμάτων του), είτε να υποκύψει σε δικαιώματα ή αξιώσεις, που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Με το πρίσμα αυτό αδιαφανείς ρήτρες οδηγούν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά το αρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 430/20005, ΕλλΔνη 2006.827), ενώ παράλληλα ο παραπάνω νόμος δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος και την μη αναφορά ειδικώς καθορισμένων και ευλόγων κριτηρίων (ΑΠ 296/2001, ΕλλΔνη 42.1321, 1030/2001, ΔΕΕ 11.1125- 1219/2001, ΔΕΕ 11.1128).
                 (………………………………………………………………………..)

      Περαιτέρω στις δανειστικές συμβάσεις δύο κυρίως είναι τα είδη επιτοκίων προς τους καταναλωτές, που καλούνται να επιστρέψουν τα ποσά, που δανείστηκαν σε συμφωνημένο χρόνο. Το πρώτο είδος είναι το σταθερό επιτόκιο, όπου η Τράπεζα καθορίζει το ύψος του επιτοκίου, συνεπώς και του τόκου, καθ όλη τη λειτουργία της συμβατικής σχέσεως ως ένα σταθερό ποσό. Η τράπεζα χορηγεί ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο στον καταναλωτή και τα μέρη μέσω σταθερού επιτοκίου καθορίζουν σταθερή την αντιπαροχή του δανειολήπτη για την παραχώρηση αυτή του κεφαλαίου. Ενώ ο τόκος προκύπτει ως σταθερό ετήσιο ποσοστό του δανειζομένου κεφαλαίου. Στο σταθερό επιτόκιο οι μεταπτώσεις της αγοράς χρήματος δεν τροποποιούν το ύψος του τόκου^ Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει όρος για αναπροσαρμογή, που θα προσαρμόζει την αντιπαροχή του δανειολήπτη σε μεταπτώσεις της αγοράς. Το δεύτερο είδος είναι το κυμαινόμενο επιτόκιο. Στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο η τράπεζα επιφυλάσσει για τον εαυτό της το δικαίωμα να επανακαθορίζει το ύψος της αντιπαροχής του αντισυμβαλλόμενου της. Ο δανειολήπτης καλείται να επιστρέψει στην τράπεζα το κεφάλαιο, που έλαβε, με βάση ένα επιτόκιο που δεν είναι σταθερό καθ όλη τη διάρκεια του δανείου. Ενώ η υποχρέωση του καταναλωτή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών. Στο κυμαινόμενο επιτόκιο ο δανειολήπτης δίνει στην τράπεζα το δικαίωμα, να αναδιαμορφώνει το ύψος του επιτοκίου, όταν εκείνη θεωρεί, ότι οι μεταβλητές συνθήκες της αγοράς το επιβάλλουν. Στην περίπτωση όμως που στη δανειστική σύμβαση το επιτόκιο δεν αναφέρεται ως σταθερό, καθ΄ όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσεως, αλλά υπάρχει ρήτρα, που αναφέρει, ότι το πιστωτικό ίδρυμα επιφυλάσσεται για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του επιτοκίου, για οποιουσδήποτε λόγους αναφέρονται ή μη στη σύμβαση, αυτό σημαίνει ότι το επιτόκιο δεν συμφωνήθηκε σταθερό. Κατά την πολύ απλή λογική, ότι στο σταθερό επιτόκιο το πιστωτικό ίδρυμα έχει ήδη υπολογίσει το κόστος του χρήματος για όλη την χρονική διάρκεια της σχέσεως και έχει εκφράσει αυτό (επιτόκιο) σε ένα σταθερό μέγεθος εκ των προτέρων και για όλη τη χρονική διάρκεια. Ότι όμως είναι σταθερό δεν γίνεται να προβλέπεται μεταβλητό και να αλλάζει. Αν αλλάζει δεν είναι σταθερό, αλλά κυμαινόμενο.
           Με βάση την υπ` αριθ. ………. δανειακή σύμβαση, που συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, το τελευταίο χορήγησε στους πρώτους στεγαστικό δάνειο ύψους 73.367,57 € για την αγορά κατοικίας. Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε είκοσι πέντε (25) έτη, με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεολυσίας με ίσες μηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη έπρεπε να καταβληθεί στις 01.01.2001, ενώ το επιτόκιο συμφωνήθηκε στο 6,50%, για το χρονικό διάστημα από την ημέρα μερικής ή ολικής καταβολής του δανείου στους οφειλέτες έως την 31.12.2000. Στο ίδιο αρθρ. δε 3 και στην παρ. γ αυτού αναφέρεται ότι «Το ………..  επιφυλάσσεται με απόφαση του Δ.Σ για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του επιτοκίου, όταν οι χρηματοοικονομικές συνθήκες της αγοράς το επιβάλλουν και πάντως μέσα στα όρια που διαμορφώνεται το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων επιλεγμένων τραπεζών, κατά το χρόνο που κρίνεται αναγκαία η αναπροσαρμογή του επιτοκίου, πλέον περιθωρίου 1% τον χρόνο». Εξ αυτού συνάγεται ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο. Ο ανωτέρω όρος όμως, ο οποίος ήταν προδιατυπωμένος από το εναγόμενο και περιλαμβανόταν στους ΓΟΣ, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους ενάγοντες, κατά το μέρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του επιτοκίου στη συνέχεια, το οποίο και είναι «κυμαινόμενο» είναι καταχρηστικός, σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ. ε και ια` του Ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει πλήρη αοριστία. Επιτρέπει δηλαδή στον προμηθευτή/εναγόμενο, να προσδιορίζει οποιοδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, στην προκείμενη περίπτωση στους ενάγοντες, κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των ευλόγων και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως προς το εναγόμενο. Συνεπώς το επιτόκιο θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται στην επίδικη σύμβαση, με βάση εύλογα κριτήρια, που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή του κόστους του χρήματος για το εναγόμενο.  
           (……………………………………………………………………….)
Σύμφωνα, δε, με τον επισυναπτόμενο στο σώμα της αγωγής πίνακα, όπου απεικονίζεται αναλυτικά ο μήνας και η αντίστοιχη τοκοχρεολυτική δόση, που κατέβαλαν οι ενάγοντες, το εφαρμοσθέν επιτόκιο, το ποσό που αντιστοιχούσε σε τόκους, το χρεολύσιο και το ύψος στο οποίο ανερχόταν το ανεξόφλητο κεφάλαιο αποδεικνύει ότι το συνολικό ποσό των τόκων που κατέβαλαν για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 42.962,54 € και για τους δύο ενάγοντες. Τα στοιχεία του πίνακα αυτού εξάλλου δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο. Από τον ίδιο πίνακα αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να καταβάλλουν το ποσό των 40.849,51 €. Συνεπώς οι ενάγοντες κατέβαλαν επιπλέον ποσό 2.113,03 € στο εναγόμενο. Το ποσό αυτό όμως εισέπραξε το εναγόμενο ως τόκους, χωρίς αυτοί να οφείλονται και υποχρεούται να το επιστρέψει στους ενάγοντες ισομερώς, εφόσον καταβλήθηκε αδικαιολόγητα από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή πλουσιότερη κατά τούτο. Κατ` ακολουθία, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών και ενστάσεων του εναγομένου, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες κατ` ισομοιρία το ποσό των 2.113,03 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων κατ` αρθρ. 176 ΚΠολΔ.

(η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών  ΝΟΜΟΣ )
 

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Νομολογία - 7/2013 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης σχετικά με την πτώχευση εμπόρου με αίτηση του ιδίου

       Με την απόφαση 7/2013 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης , σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας , έγινε δεκτή αίτηση εμπόρου για κήρυξή του σε πτώχευση , εφόσον πληρούντο όλες οι τασσόμενες εκ του Πτωχευτικού Κώδικα προϋποθέσεις. 
        Παρατίθεται η απόφαση .
  


ΑΠΟΦΑΣΗ : 7/2013
(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αίτησης ΕΠ2/6-2-2013)
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κυριακή Φελεκίδου , Πρόεδρο Πρωτοδικών , Αικατερίνη Τσιτσεκλίδου , Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, Χρήστο Θεοδωρίδη , Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Σουλτάνα Ντελή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ   δημόσια στο ακροατήριό του την 20η Μαρτίου 2013 για να δικάσει την αίτηση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΕΠ2/6-2-2013 και με αντικείμενο δήλωση παύσης πληρωμών – αίτηση πτώχευσης .
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ – ΔΗΛΟΥΝΤΟΣ : ………….  του …… και της ……., κατοίκου ……………., με αριθμό εμπορικού μητρώου ……….. στο τμήμα Εμπορίου του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ροδόπης και ΑΦΜ ……… , που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου …………., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της πιο πάνω αίτησης , της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 20-2-2013 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο , ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος – δηλούντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση , όπως το περιεχόμενό της παραδεκτά διορθώθηκε , ο αιτών – δηλών, ισχυριζόμενος ότι είναι έμπορος και ότι έχει ήδη αναστείλει τις πληρωμές των ληξιπρόθεσμων εμπορικών χρεών του από την 1-1-2011, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο , ζητεί να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και να οριστεί ως ημέρα παύσης των πληρωμών , κατ’ εκτίμηση του δικογράφου και του σχετικού αιτήματος , η 1η -1-2011. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα , η ένδικη αίτηση – δήλωση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού , που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει κατά την προκειμένη εκούσια δικαιοδοσία

    2η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία

(άρθρα 4 παρ. 1,2 και 3 Ν. 3588/2007 και 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ΕισΝΚΠολΔ , όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4055/2012), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της α) έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 500 ευρώ (άρθρο 5 παρ. 4 Ν. 3588/2007) , το δε πρωτότυπο του υπ’ αρ. 52122/6-2-2013 γραμματίου (Γραφείου Παρακαταθηκών Κομοτηνής – Σαπών) έχει επισυναφθεί στην αίτηση , β) αναγράφονται στην αίτηση τα στοιχεία που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3588/2007, και γ) κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης , όπως διέταξε η Πρόεδρος του Δικαστηρίου αυτού (βλ. το υπ’ αρ. 1680β’/11-2-2013 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου αυτού Ελένης Κιμπάρη). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη  στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 , 3 παρ. 1, 5§2,3 και 4, 7 επ. και 13 του Ν. 3588/2007 περί Πτωχευτικού Κώδικα. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης …….. του ……., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από όλα , ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζει ο αιτών , αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : ο αιτών – δηλών από το έτος 1997 διατηρεί στην Κομοτηνή, επί της οδού ……..ατομική επιχείρηση …………… με την επωνυμία ………Για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων του και την άσκηση της εμπορίας του μίσθωσε ένα ακίνητο στην οδό ….. στην πόλη της Κομοτηνής.  Συνεπώς, λόγω της εκ μέρους του ασκήσεως , κατά σύνηθες επάγγελμα , αντικειμενικώς εμπορικών πράξεων έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα. Κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας της η ως άνω επιχείρηση του αιτούντος δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα , όμως, από την αρχή του έτους 2011 και έκτοτε η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης παρουσίασε επιδείνωση , λόγω και της υπάρχουσας διεθνούς και εθνικής οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους , τις οποίες ο αιτών δεν μπόρεσε να καλύψει. Ειδικότερα, οι εμπορικές του οφειλές ανερχόταν στις 31-12-2012 στο συνολικό ποσό των 1.535.637,24 ευρώ τουλάχιστον. Συγκεκριμένα, στην τράπεζα «ALPHA BANK» ο αιτών οφείλει το ποσό των

    3η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία
311.892,43€ από την υπ’ αριθμ. 2164/20-1-1998 σύμβαση πιστώσεως δι’ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία καταγγέλθηκε και στις 28-3-2012 του κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 54/ΔΠ-54/2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Στην «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ» οφείλει αφενός το ποσό των 29.658,67€ από την από 4-5-2004 σύμβαση πίστωσης δι’ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και τις από από 3-5-2005 πρόσθετες πράξεις, για το οποίο του κοινοποιήθηκε στις 25-10-2011 η υπ’ αριθμ. 202/ΔΠ 202/14-10-2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης , αφετέρου το ποσό των 57.906,94€, καθόσον την 8-10-2012 του κοινοποιήθηκε η με ημερομηνία 5-4-2012 εξώδικη όχληση  της ανωτέρω πιστώτριας δια της οποίας αυτή κατήγγειλε την υπ’ αριθμ. 17738-00/1 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Στην «ATTICA BANK » οφείλει αφενός το ποσό των 51.115,96€, για το οποίο στις 16-1-2012 του κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 270/ΔΠ 270/11 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ,αφετέρου το ποσό των 21.048,81€, για το οποίο στις 29-1-2013 του κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 317/ΔΠ/317/5-10-2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Στην τράπεζα «EFG EUROBANK ERGASIAS» οφείλει ποσό 130.786,46€ από την υπ’ αριθμ. 32000000105564/2-5-2008 σύμβασης παροχής πιστώσεως, για την οποία του κοινοποιήθηκε στις  23-12-2011 η υπ’ αριθμ. 28161/2011 διαταγή πληρωμής  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν καταθέσεως από την ανωτέρω πιστώτρια , αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων , εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 149/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητού περιουσιακού στοιχείου που βρισκόταν στα χέρια του ή στα χέρια τρίτων οφειλετών του αλλά και κάθε απαιτήσεώς του κατά τρίτων , μέχρι του ποσού των 40.000€ καθώς και των εμπορευμάτων και του κινητού εξοπλισμού ιδιοκτησίας του , μέχρι του ιδίου ποσού, υπέρ της πιστώτριας  τράπεζας «EFG EUROBANK ERGASIAS», δυνάμει της οποίας την 4-5-2011 συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 4.077 έκθεση συντηρητικής κατάσχεσης κινητών του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Θεόδωρου Ν. Κοκίδη. Στην τράπεζα  «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ»οφείλει το ποσό των 52.697,66€ από την υπ’ αριθμ. 17738-00/1 σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, καθόσον στις 20-1-2011 του κοινοποιήθηκε η από

4η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία
1-12-2010 εξώδικη όχληση – καταγγελία και πρόσκληση της ιδίας ως άνω τράπεζας. Περαιτέρω, οφείλει στην «Τράπεζα  Πειραιώς ΑΕ» εκ της υπ’ αριθμ. 2819/23-7-1997 σύμβασης πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και των πρόσθετων αυτής πράξεων, το συνολικό ποσό των 291.211,13€, για το οποίο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 164/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Στην τράπεζα «MILLENNIUM BANK AE.» από την υπ’ αριθμ. 956673/7-2-2007 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλει ποσό 34.188,79€, για το οποίο εκδόθηκε  η υπ’ αριθμ. 124/ΔΠ124/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης , καθώς και από την υπ’ αριθμ. 956679/7-2-2007 σύμβαση το ποσό των 35.911,68€  για το οποίο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 123/ΔΠ 123/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Προσθέτως, ο αιτών οφείλει στο « ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε ως ειδικό διάδοχο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ «T BANK» (πρώην  «ASPIS BANK Α.Τ.Ε»)  από την υπ’ αριθμ. υπ’ αριθμ. 802039 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό το ποσό των 74.232,75€, για το οποίο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 31/ΔΠ31/2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Στην « ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ» οφείλει συνολικά το ποσό των 107.193,43€. Περαιτέρω ο αιτών αδυνατεί να καταβάλλει τα μισθώματα του καταστήματος , όπου εδρεύει η επιχείρησή του, οφείλοντας στους   συνεκμισθωτές του περίπου 120.000€. Επί πλέον, οφείλει προς την προμηθεύτρια εταιρεία «…………..ΑΒΕΕ», το ποσό των 1.300 ευρώ , για το οποίο στις 30-3-2011 του κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 13897/10 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιπρόσθετα, στις 11-4-2012 κοινοποιήθηκε στον αιτούντα η υπ’ αριθμ. 76/ΔΠ/76/2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, δυνάμει της οποίας επιτάχθηκε  να καταβάλει το ποσό των 60.000€ πλέον τόκων και εξόδων, στον προμηθευτή του Γ.Κ. του…. , λόγω οφειλής του εκ συναλλαγματικών. Έτι περαιτέρω, δυνάμει της από 8-9-2011 ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων χρεών της ΔΟΥ Κομοτηνής , γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα ότι το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ανέρχεται στο ποσό των 124.180,68€ (96.048,84€ κεφάλαιο + 28.131,84€ προσαυξήσεις) , ενώ το γενικό σύνολο των οφειλών του ανέρχεται στο ποσό των 125.142,40€. Επιπροσθέτως

5η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία
την 16-10-2012  επιδόθηκε στον αιτούντα το υπ’ αριθμ. καταχώρισης 2205/10-10-2012 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης σύμφωνα με το οποίο ενεγράφη σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας του , η υπ’ αριθμ. πρωτ. 16525 υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της οφειλής του απέναντι σε αυτό , ύψους 185.283,59€ (145.090,66€ κεφάλαιο – τόκοι + 40.192,93€ προσαυξήσεις ) . Ακόμη, ο αιτών οφείλει στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) του Τμήματος Κομοτηνής ποσό 31.875,97€ , ενώ στην εταιρία με την επωνυμία «ΧΡΥΣΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΝΤΥΠΗ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ » οφείλει το ποσό των 435,88€. Συνεπώς , το σύνολο όλων των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών εμπορικών υποχρεώσεων του αιτούντος – δηλούντος ανέρχεται σε 1.535.637,24€ τουλάχιστον, το οποίο και αδυνατεί πλήρως να εξοφλήσει , καθώς έχει περιέλθει από 31-12-2012 σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά χρέη του, δηλαδή σε κατάσταση παύσης πληρωμών , αποτέλεσμα της οποίας ήταν να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπορική πίστη του. Εξάλλου, η εκ μέρους του αιτούντος – δηλούντος μη πληρωμή των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρεών δεν οφείλεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω σε παροδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών του. Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι η περιουσία του αιτούντος – δηλούντος , ως σύνολο των υπαρχόντων και μελλοντικών άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών αξιών , θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 3588/2007), δεδομένου ότι αυτός έχει στην αποκλειστική του κυριότητα  ένα διαμέρισμα , ……………………………………………………
…………………………………………………………………, που μπορεί να εκποιηθεί και να καλύψει τα έξοδα της πτώχευσης. Το ανωτέρω ακίνητο είναι βεβαρημένο με τις κάτωθι εμπράγματες ασφάλειες και κατασχέσεις : 1) Την με ημερομηνία εγγραφής 22-5-2000 προσημείωση υποθήκης ,  υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος , για ποσό 22.100.000 δρχ (ήδη 64.857€), η οποία βρίσκεται στον Τ 360 με α/α 85 των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής , 2) Την με ημερομηνία εγγραφής 22-12-2011 προσημείωση υποθήκης , υπέρ της

6η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία
πιστώτριας «Τράπεζα Πειραιώς» , για ποσό 60.000€, η οποία ενεγράφη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 164/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με αρ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 3787/22-12-2011  , 3) Την με ημερομηνία εγγραφής 2-1-2012 προσημείωση υποθήκης,  υπέρ της πιστώτριας «Attica Bank» , για ποσό 20.000€, η οποία ενεγράφη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 270/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με αρ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 15/2-1-2012, 4) Την με ημερομηνία 30-1-2012 τροπή της προσημείωσης υποθήκης της πιστώτριας  «Attica Bank»  για ποσό 20.000€, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτ. καταχώρησης 220/30-1-2012, 5) Την με ημερομηνία εγγραφής 29-3-2012 προσημείωση υποθήκης,  υπέρ της πιστώτριας «Alpha Bank» , για ποσό 50.000€, η οποία ενεγράφη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 54/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με αρ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 727/29-3-2012, 6) Την με ημερομηνία εγγραφής 5-4-2012 προσημείωση υποθήκης,  υπέρ της πιστώτριας «Alpha Bank» , για ποσό 100.000€, η οποία ενεγράφη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 66/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με αρ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 805/5-4-2012, 7) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 3331/15-10-2010 , αναγκαστική κατάσχεση για ποσό 20.734,48€ , του επισπεύδοντος δανειστή Κ.. Ν… του ….. , δυνάμει της υπ’ αριθμ. 620/15-10-2010 κατασχετήριας έκθεσης του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης ………. , 8) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής 998/30-4-2012 αναγγελία απαίτησης του δανειστή Κ. Γ. του …… για ποσό 63.497,39€, 9) Η υπ’ αριθμ. 7.400/2-5-2012 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού του επισπεύδοντος δανειστή Κ. Γ. του …. και 10) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. 16525 υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για χρέη  απέναντι σε αυτό ύψους 185.283,59€ , σύμφωνα με  το υπ’ αριθμ. καταχώρισης 2205/10-10-2012 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης. Συνεπώς , πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν , σύμφωνα με τα στο διατακτικό ειδικότερα διαλαμβανόμενα (άρθρο 7 παρ. 1 και 2 Ν. 3588/2007) .

7η σελ. της υπ’ αρ. 7/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης
                                                      Εκούσια Δικαιοδοσία
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον  …… ……. του ….. και της ….. , κάτοικο Κομοτηνής (οδός ….), με αριθμό εμπορικού μητρώου στο Τμήμα Εμπορίου του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ροδόπης …… και ΑΦΜ ….., σε κατάσταση πτώχευσης .
ΟΡΙΖΕΙ ημέρα παύσης των πληρωμών την 31-12-2012.
ΔΙΟΡΙΖΕΙ Εισηγητή της πτώχευσης τον Αργύριο Γκόγκολα , Πρωτοδίκη αυτού του Δικαστηρίου.
ΔΙΟΡΙΖΕΙ σύνδικο της πτωχεύσεως την διορισμένη στο Πρωτοδικείο Ροδόπης , Δικηγόρο …… ……. , κάτοικο Κομοτηνής (….) ………, το όνομα της οποίας περιλαμβάνεται στον κατάλογο συνδίκων του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη σφράγιση της περιουσίας του πτωχού από τον σύνδικο πτώχευσης.
ΟΡΙΖΕΙ την 22-5-2013 , ημέρα Τετάρτη και ώρα 13.15, προκειμένου να συνέλθουν οι πιστωτές σε συνέλευση στο κατάστημα του Πρωτοδικείου ενώπιον του εισηγητή για να συντάξουν τον πίνακα των εικαζομένων πιστωτών , να εκλέξουν την επιτροπή πιστωτών , καθώς και να αποφασίσουν με βάση την έκθεση του συνδίκου για τις προοπτικές διατήρησης της επιχείρησης , εν όλω ή εν μέρει , τις δυνατότητες βιωσιμότητάς της και υπαγωγής του οφειλέτη σε σχέδιο αναδιοργάνωσης.
ΟΡΙΖΕΙ εφημερίδα για τις κατά νόμο δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις , το Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 28 Μαρτίου 2013 και δημοσιεύτηκε στην Κομοτηνή σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου του 2013 , χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Διευκρίνηση του Υφυπουργού Ανάπτυξης σχετικά με την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 και επαγγελματιών που ασκούν ελευθέριο επάγγελμα

Στο Ν. 3869/2010 υπάγονται και οι ελεύθεροι επαγγελματίες
Ο υφυπουργός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, επεσήμανε ότι ο υφιστάμενος Ν. 3869/2010 απευθύνεται σε υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, και προϋπόθεση ένταξης αυτών στον νόμο είναι να μην έχουν πτωχευτική ικανότητα.
Ο υφυπουργός Ανάπτυξης, κ. Αθ. Σκορδάς, με σχετικό έγγραφό του διευκρινίζει ότι στο Ν. 3869/2010 υπάγονται και οι επαγγελματίες που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, όπως οι δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μηχανικοί κ.α., οι οποίοι προσφέρουν αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο την προσωπική τους εργασία και δεν χαρακτηρίζονται έμποροι. Επίσης, στο εφαρμοστικό πεδίο του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαψαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς όμως να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 Πτωχευτικού Κώδικα). Ο υφυπουργός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, επεσήμανε ότι ο υφιστάμενος Ν. 3869/2010 «Για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», τροπολογία του οποίου βρίσκεται σε στάδιο διαβουλεύσεων, απευθύνεται σε υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, και προϋπόθεση ένταξης αυτών στον νόμο είναι να μην έχουν πτωχευτική ικανότητα.
Σημειώνεται δε, ότι νομολογιακά και ερμηνευτικά στο πεδίο εφαρμογής του νόμου ήδη υπάγονται και οι «μικροέμποροι» δηλαδή φυσικά πρόσωπα που ασκούν την εμπορική τους δραστηριότητα κατά βάση μέσα από την προσωπική τους εργασία, αποβλέποντας στον βιοπορισμό τους, και έχουν περιορισμένες οφειλές από εμπορικές πράξεις. Τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου, δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση για δικαστική ρύθμιση των χρεών τους.
Με το ίδιο έγγραφο, υπενθυμίζεται ότι με πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 246/18.12.2012) και συγκεκριμένα με το αρθρ. 5 παρ. 1προβλέπεται για την περίοδο έως την 31η Δεκεμβρίου 2013 η αναστολή των πλειστηριασμών οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσόν των 200.000 ευρώ από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών. Περαιτέρω με το αρθρ. 5 παρ. 2 του της ίδιας ΠΝΠ, η φράση «μέχρι την 31.12.2012» της παρ. 1 του αρθρ. 19 του Ν. 3869/2010 αντικαθίσταται από τη φράση «μέχρι την 31.12.2013». Συνεπώς, μέχρι την 31.12.2013, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου του αρθρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Η διάταξη δε, αυτή εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας. Τέλος, σημειώνεται ότι αναφορικά με την υπερχρέωση των εμπόρων που έχουν πτωχευτική ικανότητα, αυτοί υπάγονται στον Πτωχευτικό Κώδικα.
Πηγή  : Lawnet.gr

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

ΑΝΑΚΟΠΗ 933 ΚΠολΔ ΚΑΙ Ν. 3869/2010


      Η ανακοπή του 933 ΚΠολΔ διαφέρει από την ανακοπή του 632 ΚΠολΔ και θέλει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε υπόθεση προκειμένου να ασκηθεί η σωστή ανακοπή. Σε ορισμένες περιπτώσεις δύνανται μάλιστα να ασκηθούν και οι δύο , ακόμη και σωρευτικώς.
    Η ανακοπή του 933 δύναται να ασκηθεί εφόσον κοινοποιηθεί στον οφειλέτη επιταγή προς πληρωμή, που αποτελεί και την πρώτη πράξη εκτέλεσης. 
         Συνδυαστικά τώρα με το Ν. 3869/2010, αν εκδοθεί από πιστώτρια τράπεζα διαταγή πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση,  ενώ  ο οφειλέτης  ήδη έχει ξεκινήσει τη διαδικασία υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, ακόμη και με μόνη την κοινοποίηση της αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού , κρίνεται από την μέχρι τώρα νομολογία ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής του οφειλέτη λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της τράπεζας , η οποία παραβιάζει  τα όρια της 281 ΑΚ. Σε πολλές αποφάσεις μάλιστα, κρίθηκε οτι η ανακοπή θα ευδοκιμήσει ως αυτή του 933 και οχι ως αυτή του 632 ΚΠολΔ.
 Παρατίθεται σημείο της απόφασης  320/2011 Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου κρίνεται μη ευδοκίμηση λόγου ανακοπής σύμφωνα με την 632 ΚΠολΔ αλλά με την 933 ΚΠολΔ , καθώς :
«Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το γράμμα ούτε το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, καθώς η καθ ης επιδιώκει απλά να εξοπλίσει την απαίτηση της με τίτλο εκτελεστό και έχει προφανές έννομο συμφέρον για αυτό (επισημαίνεται ότι με την έκδοση της διαταγή πληρωμής δεν επέρχεται ικανοποίηση του κρινόμενου ουσιαστικού δικαιώματος- επίδικης αξίωσης, ούτε καν αρχίζει η διαδικασία ικανοποίηση: αυτού). Δεν έρχεται ακόμη σε αντίθεση με προηγούμενη διαφορετική κατάσταση, που είχε η ίδια η καθ ης δημιουργήσει και τέλος η καθ ης δεν παρέβη το καθήκον αληθείας, αφού οι προβληθέντες ισχυρισμοί ήταν αληθείς. Κατά συνεπεία ο σχετικός λόγος, ως λόγος ανακοπής κατ άρθ. 632 του ΚΠολΔ πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει. .Αντίθετα προς τα παραπάνω όμως η ενέργεια της καθ ης να κοινοποιήσει την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής στην αιτούσα με επιταγή προς πληρωμή και να αρχίσει κατ αυτό τον τρόπο η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος, που διαγνώσθηκε με τη διαταγή, ενώ η τελευταία (αιτούσα) είχε αρχίσει τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να υποβάλλει αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό κατ άρθ. 2 του Ν 3869/2010, έρχεται ως διαδικαστική (δικονομική) πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας κατ άρθ. 116 του ΚΠολΔ σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω δε η ίδια ενέργεια (καθότι η επιταγή προς πληρωμή ανήκει στην κατηγορία των διφυών διαδικαστικών πράξεων και αφενός αποτελεί εξώδικη πράξη- οιονεί δικαιοπραξία, αφετέρου εναρκτήρια διαδικαστική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, βλ Μπρίνια αναγκαστική εκτέλεσις παρ 114 σελ 301-302, Μπέη εισαγωγή στη δικονομική σκέψη εκδ 1981 σελ 187), στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου υπερβαίνει κατ άρθ. 281 του ΑΚ προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη αλλά και τον κοινωνικό-οικονομικό σκοπό για άσκηση του δικαιώματος (βλ ΟλΑΠ 1/1997 ΕλΔ 38/534, ΟλΑΠ 888/84 ΝοΒ 33/61), αφού η άσκηση αυτής της πράξης (επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης) μοναδικό σκοπό έχει την επιδίωξη πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης της καθ ης σε βάρος της αιτούσας αλλά και των άλλων δανειστών αυτής πριν η αιτούσα προλάβει να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του παραπάνω θεσμού για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι η σχετική ανακοπή ως ανακοπή του άρθ. 933 του ΚΠολΔ θα ευδοκιμήσει και πρέπει να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς περαιτέρω πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας.»