Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνταγματικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνταγματικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

ΑΕΔ 25/2012 - Το θεσπιζόμενο ύψος 6% του επιτοκίου για τις οφειλές του Ελληνικού Δημοσίου δεν αντίκειται στα αρθρ. 4§§1,5, 17, 20§1 και 25§1 του Συντάγματος


Με την υπ’ αριθμ. 2812/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ  αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της ρυθμίσεως του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944), η οποία ανέκυψε με την έκδοση αντίθετων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΣ)  και του Αρείου Πάγου (ΑΠ).
Ειδικότερα, το ΕΣ με την 2812/2011 απόφαση της Ολομέλειάς του, έκρινε ότι η διάταξη του προμνημονευμένου άρθρου, σχετικά με το θεσπιζόμενο ύψος 6% του επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου, αντίκειται στα άρθρα 4§1, 20 §1 και 25§1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου ισχύει και για τις οφειλές του Δημοσίου το εκάστοτε ισχύον , υψηλότερο του 6% , επιτόκιο υπερημερίας , όπως αυτό ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 293 ΑΚ και το άρθρο 15§5 του Ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Αντίθετα ο Άρειος Πάγος με τις υπ’ αριθμ. 1127/2010 και 1128/2010 αποφάσεις του , είχε κρίνει ότι η προαναφερόμενη διάταξη δεν προσκρούει στα ανωτέρω άρθρα.
Τελικώς το ΑΕΔ εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 25/2012 απόφαση , με την οποία παγίωσε ουσιαστικά τη νομολογία του ως προς τη συνταγματικότητα των προνομίων του Δημοσίου , κρίνοντας ότι δεν αντίκειται αυτή στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος . Υπήρξε ωστόσο μειοψηφούσα γνώμη που έκρινε ότι η προλεχθείσα προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου , αντίκειται στα άρθρα 4§§1,5 και 17 του Συντάγματος .
Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει κατά καιρούς έντονα τα δικαστήρια της χώρας και έχουν εκδοθεί πληθώρα αντιφατικών αποφάσεων , με σημαντικότερη την στάση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που με την μέχρι πρότινος πάγια νομολογία του έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου. Παρόμοια ήταν και η στάση του ΕΔΔΑ, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Μεϊδάνης και Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος . Το ΣτΕ όμως ήδη με την πρόσφατη υπ’ αριθμ. 1620/2011 απόφασή του ήδη είχε στρέψει τη νομολογία του κρίνοντας ότι για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας του κράτους δεν προκαλείται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ από την επίμαχη διαφοροποίηση .  Συνεπώς το ΑΕΔ με την υπ’ αριθμ 25/2012 απόφασή του επικύρωσε ουσιαστικά τη στάση των ελληνικών δικαστηρίων απέναντι στην προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου , χρησιμοποιώντας ως αιτιολογία τη σημερινή διανύουσα δημοσιονομική κρίση. 

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Παραμονή δημοσίων υπαλλήλων στη θέση τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης , παρά τη λήψη του μέτρου της διαθεσιμότητας σε βάρος τους



     Σύμφωνα με την υπ.αριθμ. 494/2013 απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) διετάχθη η παραμονή δύο δημοσίων υπαλλήλων στη θέση τους, μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσής τους.
       Συγκεκριμένα οι δύο αιτούντες, εργαζόμενοι στην τοπική αυτοδιοίκηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 περί επειγόντων μέτρων εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου σχεδίου δημοσιονομικής στρατηγικής.
         Σύμφωνα με την απόφαση οι επίμαχες ρυθμίσεις, βάσει των οποίων καταργήθηκαν οι θέσεις των δύο αιτούντων και αυτοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, προσβάλει τον πυρήνα συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ατόμου και συγκεκριμένα το δικαίωμα του αρ.2 παρ.1 περί σεβασμού της ανθρώπινης αξίας, το δικαίωμα του αρ.4 παρ.5 περί ίσης συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, καθώς και το δικαίωμα στην εργασία του αρ.22 παρ.1 του Συντάγματος.
       Παράλληλα το δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση των αρχών της αντικειμενικότητας, της μη διάκρισης και της αξιοκρατίας καθώς η μεταβολή της εργασιακής κατάστασης των αιτούντων κρίθηκε αδικαιολόγητη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και έλλειψης αξιολογικής διαδικασίας, ενώ επιπλέον κρίθηκε ότι – πέρα από την αναγκαιότητα και την προσφορότητα του μέτρου-η προσαρμογή των αποδοχών τους σύμφωνα με τα ισχύοντα περί διαθεσιμότητας (καταβολή του 75% του μισθού τους ο οποίος είχε ήδη υποστεί σημαντικές περικοπές) θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή τους διαβίωση.
      Για τους ως άνω λόγους το δικαστήριο διέταξε την προσωρινή παραμονή των υπαλλήλων στις θέσεις τους ως είχαν πριν το καθεστώς διαθεσιμότητας, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κύριας αγωγής τους.



Πηγή : lawnet.gr