Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣτΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣτΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΣτΕ Ολομ 3316/2014- Μη ανεκτή συνταγματικά η διάταξη του αρθρ. 30§5 περ. ε' Ν. 3296/2004 σχετικά με το μέτρο της δέσμευσης τραπεζικών και περιουσιακών στοιχείων από τη Διοίκηση

   Με την απόφαση 3316/2014 η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι η η διάταξη του άρθρου 30§5 περ. ε' Ν. 3296/2004 , με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στη Διοίκηση για επιβολή του μέτρου της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων αντίκειται στα άρθρα 5§1 , 17§1 και 25§1 Συνταγμ. και στο άρθρο 1 του Α' πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δεν μπορεί να προσλάβει άλλο περιεχόμενο , ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από το Δικαστή , διότι το έργο αυτό θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διάταξης , δηλ. με άσκηση νομοθετικής εξουσίας . Το ανώτατο ακυρωτικό έκρινε έκρινε ότι για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του , άρα υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του , ήτοι συνταγματικώς κατοχυρωμένων αγαθών. Παρόλο λοιπόν μου το μέτρο αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος , η εν λόγω ρύθμιση δεν είναι ανεκτή συνταγματικά καθώς σε περιπτώσεις που με κοινό νόμο υπάρχει επέμβαση σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα θα πρέπει να διαγράφονται στο νόμο οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως με τρόπο σαφή και αντικειμενικό και θα πρέπει επίσης  η ίδια η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας.  Η εν λόγω διάταξη όμως χρησιμοποιεί αόριστες έννοιες καταλείποντας στη Διοίκηση ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας και χωρίς να τίθεται περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων που θα δεσμευτούν ούτε διευκρινίζεται η χρονική διάρκεια της δέσμευσης . Κατά συνέπεια η εν λόγω διάταξη αντίκειται στα προαναφερθέντα άρθρα του Συντάγματος αλλά και της ΕΣΔΑ .
    Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μειοψηφήσασα γνώμη σύμφωνα με την οποία , η δέσμευση συνεπάγεται μεν σοβαρή επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά , δικαιολογείται όμως διότι χωρίς την άμεση λήψη του μέτρου αυτού η υλοποίηση των σκοπών του νόμου (πάταξη της φοροδιαφυγής, της λαθρεμπορίας κλπ), κινδυνεύει να ματαιωθεί και κατά συνέπεια το μέτρο αυτό δεν αντίκειται στις προλεχθείσες διατάξεις.

Πηγή : lawdb.intrasoftnet.com (Nomos) 

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Αντισυνταγματικός κρίθηκε ο Ν. 4014/2011 για την τακτοποίηση αυθαιρέτων από την Ολομέλεια του ΣτΕ

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) με την υπ΄ αριθμ. 3341/2013 απόφασή της έκρινε αντισυνταγματική την τακτοποίηση των αυθαιρέτων νέας γενιάς με «πάγωμα» της κατεδάφισής τους για 30 χρόνια (αφού καταβληθεί το σχετικό πρόστιμο), όπως επίσης έκρινε αντισυνταγματικό στο σύνολό του το νόμο 4014/2011 για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, την δημιουργία του «Πράσινου Ταμείου», κ.λπ. Επίσης, κατά το πρόσφατο παρελθόν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει αντισυνταγματική την παλαιότερη προσπάθεια (παλαιό νομοθετικό πλαίσιο) νομιμοποίησης των αυθαιρέτων. 
Ειδικότερα, η Ολομέλεια των συμβούλων της Επικρατείας έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο Ν 4014/2011 είναι αντίθετος στο άρθρο 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος που προστατεύει το περιβάλλον, τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, το οικιστικό περιβάλλον, κ.λπ. 
Συγκεκριμένα, οι δικαστές έκριναν ότι οι ρυθμίσεις του επίμαχου άρθρου 24 του νόμου 4014/2011 έχουν ως συνέπεια «να ανατρέπεται και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή αυτή επέρχεται με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση του αρμοδίου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις στο χώρο που την περιβάλλει, δηλαδή τη συνολική επιβάρυνση της περιοχής».
Ακόμη, επισημαίνουν οι δικαστές ότι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις που δημιουργούνται από το Ν 4014/2011 δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη ότι το ειδικό πρόστιμό που επιβάλλεται για το «πάγωμα» της κατεδάφισής τους περιέρχεται στο «Πράσινο Ταμείο». Και αυτό γιατί, μόνο το 25% των πόρων του «Πράσινου Ταμείου» διατίθενται «αποκλειστικά για τις λειτουργικές του ανάγκες και την εκπλήρωση των σκοπών του», ενώ για το υπόλοιπο ποσοστό μπορεί με υπουργικές αποφάσεις να περιέλθει «στο κρατικό προϋπολογισμό, προδήλως εν όψει της οικονομικής κρίσης της χώρας».
Εξάλλου, συνεχίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, «οι εισπρακτικοί και λοιποί σκοποί δεν θα ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν λόγο δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούν τη θέσπιση ρυθμίσεων με ευρύτερες συνέπειες σε βάρος του περιβάλλοντος όπως είναι οι ρυθμίσεις» του επίμαχου νόμου. Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχαν προσφύγει κάτοικοι του Αμαρουσίου Αττικής, της Φθιώτιδος, Θεσπρωτίας, κ.λπ. επικαλούμενοι, μεταξύ των άλλων, ότι θίγονται με τον αντισυνταγματικό Ν. 4014/2011 που προβλέπει την διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαιρέτων και την επιβολή ειδικού προστίμου υπέρ του «Πράσινου Ταμείου». 
Ακόμη, ζητούσαν την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων που καθορίζουν τις διαδικασίες είσπραξης και απόδοσης του ειδικού παραβόλου-προστίμου στο «Πράσινο Ταμείο», προσδιορίζουν τον τρόπο υποβολής των απαραίτητων δικαιολογητικών και εγγράφων, κ.λπ.

Πηγή : epixeirisi.gr



Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στο Σύνταγμα σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ

Με την υπ’ αριθμ. 2527/2013 απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ , κρίθηκε ότι το επιβαλλόμενο με το άρθρο 31 του Ν. 3986/2011 τέλος επιτηδεύματος σε βάρος επιτηδευματιών και ελευθέρων επαγγελματιών καθώς και η ΠΟΛ 1167/2-8-2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών , η οποία καθορίζει τη διαδικασία επιβολής του τέλους αυτού, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.
Ειδικότερα το ΣτΕ έκρινε ότι το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και συγκεκριμένα για την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων , θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου ορίου. Η φύση δε της οικονομικής αυτής επιβάρυνσης σε βάρος των ανωτέρω προσώπων , δεν είναι τέλος, όπως δηλαδή ονομάστηκε αλλά πρόκειται ουσιαστικά για φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος .
Αρχικώς λοιπόν κρίθηκε ότι η επιβολή του ως άνω τέλους δεν αντίκειται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, με σημαντική όμως μειοψηφήσασα  γνώμη σύμφωνα με την οποία εφόσον η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές) και δεν καθορίζεται ούτε τεκμαρτώς η βάση επιβολής του επίδικου τέλους, τότε αυτό αντίκειται στα οριζόμενα του άρθρου 78 Σ.
Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4§1 , 5 και 20§1 του Συντάγματος με σημαντική πάλι τη μειοψηφήσασα γνώμη,  η οποία έκρινε ότι η αδιάκριτη φορολογική επιβάρυνση σε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες λόγω της ιδιότητάς τους αυτής και μόνον, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη συγκεκριμένα στοιχεία (εισόδημα κλπ) έτσι ώστε να συνάγεται με τρόπο πρόσφορο η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας, αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επίσης αναφορικά με τη μη δυνατότητα αναταποδείξεως εκ μέρους του βαρυνόμενου ότι δεν απέκτησε δηλαδή το τεκμαιρόμενο εισόδημα., αντίκειται επίσης στο άρθρο 20§1 Σ (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας).

Τέλος, κρίθηκε από την Ολομέλεια του ΣτΕ ότι η επιβολή περιορισμών, ήτοι οικονομικών επιβαρύνσεων,  στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ελεύθερου επαγγέλματος , ως εκδήλωσης του δικαιώματος της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας (5 Σ) , δεν γίνεται εν προκειμένω υπέρμετρα ούτε θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος ώστε να καθίσταται δηλαδή αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας .

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΣτΕ 95/2013 Ολομ. - Μη χορήγηση επιδόματος 176€ στους δικαστικούς υπαλλήλους


Με την απόφαση 95/2013 της Ολομέλειας του ΣτΕ , κρίθηκε ότι η μη χορήγηση του επιδόματος των 176 ευρώ στους δικαστικούς υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας , ακόμη και αν αυτό χορηγήθηκε σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, καθώς αυτή η χορήγηση έγινε παράνομα και δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.
Ειδικότερα, το επίμαχο επίδομα  χορηγήθηκε αρχικώς ως επίδομα εξομάλυνσης των μισθολογικών διαφορών για το χαμηλόμισθο προσωπικό του Δημοσίου και στη συνέχεια,  δυνάμει δικαστικών αποφάσεων οι οποίες στηρίχθηκαν στην αρχή της ισότητας , επεκτάθηκε η χορήγησή του  σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου.
 Προσφάτως όμως υπήρξε στροφή της νομολογίας , προς τη μη χορήγηση του επίδικου επιδόματος,  με την αιτιολογία ότι η χορήγησή του σε ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις δεν γεννά αξίωση και σε άλλες ανόμοιες κατηγορίες να διεκδικήσουν την παροχή αυτή. 
Στην κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι  με τις αλλεπάλληλες χορηγήσεις των ειδικών παροχών ή επιδομάτων εξισώθηκαν ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις ή κατηγορίες , κατά παράβαση της αρχής της ισότητας . Κατά συνέπεια η διόρθωση της παράβασης της αρχής της ισότητας , θα πρέπει να γίνει με την μη εφαρμογή της διάταξης που δημιουργεί την παρανομία. Για το λόγο αυτό λοιπόν κρίθηκε ότι πρέπει να παραληφθούν οι δικαστικοί υπάλληλοι από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος .

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ - Αναστολή εκτέλεσης της κοινής υπουργικής απόφασης χορήγησε ο Πρόεδρος του ΣτΕ

Σύμφωνα με δημοσίευμα του "enikos.gr" ο Πρόεδρος του ΣτΕ Κωνσταντίνος Μενουδάκος,  διέταξε την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης για την ΕΡΤ καθώς και τη λήψη από τους συναρμόδιους υπουργούς των αναγκαίων οργανωτικών μέτρων για τη συνέχιση της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων από δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα για το χρονικό διάστημα έως τη σύσταση και τη λειτουργία του νέου φορέα που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Η ακρόαση των διαδίκων διήρκεσε δύο ώρες όπου ανπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και χορηγήθηκε τελικά η αιτούμενη από την ΠΟΣΠΕΡΤ προσωρινή διαταγή.  
Αναμένουμε τις εξελίξεις.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Πλήρες κείμενο απόφασης Ολομέλειας ΣτΕ 1840/2013 σχετικά με την αντισυνταγματικότητα της αυτοτελούς φορολόγησης του επιδόματος αλλοδαπής


Αριθμός 1840/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Ό. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Χρ. Σιταρά, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Χρ. Σιταρά μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτηση:
του ..................., κατοίκου ........................., ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Δημήτριο .................... (Α.Μ. ...............), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους: α) ................., Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και β)..................., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1324/2012 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 284/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Α.-Γ. Βώρο.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (3013233-5/2007 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 284/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία απερρίφθη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 467/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία απόφαση απερρίφθη προσφυγή του ιδίου κατά της 5566/31.3.2004 πράξεως του Προϊσταμένου της Γ’ ΔΟΥ Λάρισας περί απορρίψεως αιτήματός του για την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, φόρου εισοδήματος ποσού 6.243,62 ευρώ, αντιστοιχούντος σε επίδομα αλλοδαπής που είχε λάβει το έτος 2002.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 1324/2012 απόφαση του B' Τμήματος αυτού υπό επταμελή σύνθεση σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή το Τμήμα ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α΄ 151) Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (εφεξής: Κ.Φ.Ε.), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 2459/1997, κατά το μέρος που προβλέπει αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% του χορηγούμενου κατά το άρθρο 135 παρ. 4 του ν. 2594/1998 επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή.
4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος… 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης…», κατά δε το άρθρο 4 του Συντάγματος «1. … 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι «1. Εισόδημα, στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος, είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20 έως 51…», στο άρθρο 45 ότι «1. Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους… 4. Δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο: α) … β) Η αποζημίωση που παρέχεται με τη μορφή εξόδων κίνησης, καθώς και η ημερήσια αποζημίωση εκτός έδρας, η οποία καταβάλλεται σε δημόσιους υπαλλήλους και υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως αυτή καθορίζεται κάθε φορά με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών» και στο άρθρο 47 ότι «1. Το εισόδημα που καθορίζεται στο άρθρο 45 αποτελεί το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες… 3. Ειδικά για τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην αλλοδαπή του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών …, ως καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες του άρθρου αυτού λαμβάνεται ποσό ίσο με το καθαρό ποσό αποδοχών τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν, αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό...». Ο ν. 2459/1997 (Α' 17), με το μεν άρθρο 12 παρ. 10 αντικατέστησε την τελευταία αυτή παράγραφο, προσθέτοντας ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και επαναλαμβάνοντάς την κατά τα λοιπά, αφ’ ετέρου δε, με το άρθρο 10 παρ. 10, πρόσθεσε στο άρθρο 14 του Κ.Φ.Ε., ως παράγραφο 4, την εξής ρύθμιση: «Το καθαρό ποσό των αποδοχών που παίρνουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 ως μισθωτοί από τους εργοδότες που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο, κατά το τμήμα που απομένει μετά την αφαίρεση από αυτό του καθαρού ποσού των αποδοχών, τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν, αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό, φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%)...». Περαιτέρω, με τα άρθρα 5 παρ. 20 του ν. 2753/1999 (Α' 249), αρχικά, και 11 παρ. 24 του ν. 2954/2001 (Α' 255), στην συνέχεια, αντικαταστάθηκε η προαναφερθείσα περ. β του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. και, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, διαμορφώθηκε ως εξής: «β) Οι δαπάνες που καταβάλλονται στα πρόσωπα που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου...», ενώ, μετά τον κρίσιμο χρόνο, με το μεν άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3790/2009 (Α' 143) ορίσθηκε ότι «Τα ποσά της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Ε. που καταβάλλονται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στην αλλοδαπή απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος», και, στη συνέχεια, με τα άρθρα 4 παρ. 4 και 5 παρ. 7 του ν. 3842/2010 (Α' 58) καταργήθηκαν τόσο η αμέσως προηγούμενη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3790/2009, όσο και εκείνη του άρθρου 14 παράγραφος 4 του Κ.Φ.Ε. Αφ’ ετέρου, στο άρθρο 135 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2594/1998 (Α' 62), ορίζεται ότι «1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός τους και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις . . . 4. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. 5. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο επίδομα καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου. Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση μπορεί να έχει και αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται, σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από το Γενικό Διευθυντή Διοικητικού ως πρόεδρο, ένα Διευθυντή Πολιτικών Υποθέσεων και το Διευθυντή στον οποίο υπάγεται η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στην προηγούμενη παράγραφο αναπροσαρμογής του επιδόματος. ... Η Επιτροπή συνέρχεται, υποχρεωτικώς ετησίως, για εξέταση των υποβαλλόμενων από τις Πρεσβείες αιτήσεων αναπροσαρμογής του επιδόματος για τη χώρα αρμοδιότητάς τους». Εξ άλλου, ο ν. 2685/1999 «Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας...» (Α' 35) ορίζει στο άρθρο 1 ότι «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι μετακινούμενοι εκτός έδρας, με οποιαδήποτε ιδιότητα, με εντολή του Δημοσίου ... στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, για εκτέλεση υπηρεσίας, με ειδική αποστολή ... καθώς και οι τοποθετούμενοι, μετατιθέμενοι και αποσπώμενοι...» και στο άρθρο 17 ότι «1. Στα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος πρόσωπα που μεταβαίνουν με εντολή του Δημοσίου ... για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή ή για εκπαίδευση στο εξωτερικό, μέχρι τριάντα (30) ημέρες, καταβάλλονται έξοδα μετακίνησης, ημερήσια αποζημίωση και έξοδα διανυκτέρευσης. 2. Για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών καταβάλλεται στους ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας όπου υπηρετούν, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για τους πολιτικούς υπαλλήλους... Το ανωτέρω επίδομα ... καταβάλλεται με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών...».
5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε., κάθε παροχή καταβαλλομένη στο μισθωτό με οποιαδήποτε ονομασία, όπως επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα, η οποία κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Εξ άλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. περιπτώσεων παροχών, οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να κριθεί από τη φορολογική αρχή και τα αρμόδια δικαστήρια ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, ήτοι φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. και ΣτΕ 670/2012, 3150/1999 επταμ., 2972/2011 κ.ά.) ούτε κωλύεται ο νομοθέτης να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου Κων. Μενουδάκου και των Συμβούλων Ιω. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Φ. Ντζίμα, Σπ. Χρυσικοπούλου, Κων. Κουσούλη και Κων. Πισπιρίγκου, όταν ο νομοθέτης προβλέπει τη χορήγηση ενός επιδόματος σε μισθωτό για την αντιμετώπιση δαπανών για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της χωρίς να συνδέει τη χορήγησή του με την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων για τις δαπάνες στις οποίες πράγματι ο μισθωτός υποβάλλεται, δεν αποκλείεται από το Σύνταγμα η με τυπικό νόμο υπαγωγή του επιδόματος αυτού σε φορολογία εισοδήματος με εύλογο συντελεστή, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι το εναπομένον μετά τη φορολόγηση αυτή ποσό επιδόματος δεν παρίσταται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ανεπαρκές για την κάλυψη των δαπανών για τις οποίες χορηγείται.
6. Επειδή, ενόψει της φύσεως και του σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε με το άρθρο 135 παρ. 4 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών το προαναφερθέν επίδομα αλλοδαπής, το οποίο ελάμβαναν, κατά το κρίσιμο εν προκειμένω έτος 2002, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, μεταξύ άλλων, και οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, όταν μετέβαιναν στο εξωτερικό με εντολή του για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, προκειμένου να ανταποκριθούν, κατά τη ρητή διάταξη του νόμου, στην ανάγκη αντιμετωπίσεως του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, συνεπώς δε προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες αυτοί υποβάλλονται εξαιτίας της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, δεν επιτρέπεται, κατά τα άρθρα 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, να υπόκειται σε φόρο εισοδήματος γιατί έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα. (βλ. και την εισηγητική έκθεση επί του προαναφερθέντος άρθρου 8 του ν. 3790/2009). Το  χαρακτήρα δε αυτό του εν λόγω επιδόματος δεν αναιρεί το γεγονός ότι παρέχεται ανεξάρτητα από την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για τη διενέργεια δαπανών διότι οι σχετικές δαπάνες είναι αναμενόμενες και άρρηκτα συνδεδεμένες με την υπηρεσία, την οποία ο υπάλληλος  προσφέρει ευρισκόμενος στην αλλοδαπή, και με το κόστος ζωής στη χώρα, στην οποία υπηρετεί, για το λόγο δε, άλλωστε, αυτό το ύψος του επιδόματος καθορίζεται για κάθε χώρα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 5 και 6 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, με κριτήριο το υφιστάμενο κόστος ζωής. Επομένως, κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων που αναφέρθηκαν, το ως άνω επίδομα αλλοδαπής υπήχθη σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Κ.Φ.Ε. Αν και, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, που διατυπώθηκε στην προηγούμενη σκέψη, το επίδικο επίδομα επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπήχθη με την ως άνω διάταξη σε αυτοτελή φορολόγηση με τον ευνοϊκό συντελεστή 15%  και με εξάντληση της φορολογικής υποχρεώσεως για το συνολικό ποσό αυτού, αντί της συναθροίσεώς του,  με τα λοιπά φορολογητέα εισοδήματα του μισθωτού, που θα συνεπαγόταν μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση του εν λόγω επιδόματος.
7. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλομένη έγιναν δεκτά τα εξής: «... ο [αναιρεσείων] αστυνομικός, που ... από 1.1 έως 31.12.2002 υπηρετούσε στην ελληνική πρεσβεία στην Τυφλίδα Γεωργίας, με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2003 που υπέβαλε στη Γ' ΔΟΥ Λάρισας δήλωσε ως εισόδημα φορολογούμενο με ειδικό τρόπο το ποσό των 35.380,33 ευρώ ... [το οποίο] αντιστοιχεί στο επίδομα αλλοδαπής του άρθρου 135 παρ. 4 του ν. 2594/1998, που έλαβε λόγω της παραμονής του στη Γεωργία για εκτέλεση υπηρεσίας. Το επίδομα αυτό φορολογήθηκε αυτοτελώς με συντελεστή 15% σύμφωνα με το ν. 2459/1997 και ... παρακρατήθηκε φόρος 6.243,62 ευρώ... Στη συνέχεια ο [αναιρεσείων] με αίτησή του προς την ως άνω ΔΟΥ ζήτησε να του επιστραφεί το παραπάνω ποσό φόρου ως αχρεωστήτως καταβληθέν, για το λόγο ότι το [προαναφερθέν] επίδομα δεν αποτελεί εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες υποκείμενο σε φόρο με συντελεστή 15%. Η αίτηση ... απορρίφθηκε με την [επίδικη πράξη της φορολογικής αρχής]...». Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι το ως άνω επίδομα, ενόψει των παρατεθεισών στην σκέψη 4 διατάξεων, αποτελούσε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και υπέκειτο σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15%. Η κρίση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι νόμιμη και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως βασίμως προβάλλεται και η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας για νέα κρίση. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου είναι νόμιμη και η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 284/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ για τη σύνταξη του δικογράφου της αιτήσεως και στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα  (1380) ευρώ για την παράσταση σε τρεις συζητήσεις της υποθέσεως ενώπιον του Β΄ Τμήματος και της Ολομελείας του Δικαστηρίου.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Μαΐου του ίδιου έτους.
  Ο Πρόεδρος                                                  Η Γραμματέας



Κ. Μενουδάκος                                                       Μ. Παπασαράντη