Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στο Σύνταγμα σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ

Με την υπ’ αριθμ. 2527/2013 απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ , κρίθηκε ότι το επιβαλλόμενο με το άρθρο 31 του Ν. 3986/2011 τέλος επιτηδεύματος σε βάρος επιτηδευματιών και ελευθέρων επαγγελματιών καθώς και η ΠΟΛ 1167/2-8-2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών , η οποία καθορίζει τη διαδικασία επιβολής του τέλους αυτού, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.
Ειδικότερα το ΣτΕ έκρινε ότι το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και συγκεκριμένα για την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων , θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου ορίου. Η φύση δε της οικονομικής αυτής επιβάρυνσης σε βάρος των ανωτέρω προσώπων , δεν είναι τέλος, όπως δηλαδή ονομάστηκε αλλά πρόκειται ουσιαστικά για φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος .
Αρχικώς λοιπόν κρίθηκε ότι η επιβολή του ως άνω τέλους δεν αντίκειται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, με σημαντική όμως μειοψηφήσασα  γνώμη σύμφωνα με την οποία εφόσον η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές) και δεν καθορίζεται ούτε τεκμαρτώς η βάση επιβολής του επίδικου τέλους, τότε αυτό αντίκειται στα οριζόμενα του άρθρου 78 Σ.
Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4§1 , 5 και 20§1 του Συντάγματος με σημαντική πάλι τη μειοψηφήσασα γνώμη,  η οποία έκρινε ότι η αδιάκριτη φορολογική επιβάρυνση σε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες λόγω της ιδιότητάς τους αυτής και μόνον, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη συγκεκριμένα στοιχεία (εισόδημα κλπ) έτσι ώστε να συνάγεται με τρόπο πρόσφορο η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας, αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επίσης αναφορικά με τη μη δυνατότητα αναταποδείξεως εκ μέρους του βαρυνόμενου ότι δεν απέκτησε δηλαδή το τεκμαιρόμενο εισόδημα., αντίκειται επίσης στο άρθρο 20§1 Σ (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας).

Τέλος, κρίθηκε από την Ολομέλεια του ΣτΕ ότι η επιβολή περιορισμών, ήτοι οικονομικών επιβαρύνσεων,  στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ελεύθερου επαγγέλματος , ως εκδήλωσης του δικαιώματος της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας (5 Σ) , δεν γίνεται εν προκειμένω υπέρμετρα ούτε θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος ώστε να καθίσταται δηλαδή αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας .

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Δεν υπόκειται σε φόρο το επίδομα αλλοδαπής (ΔΕφΑθ 331/2013)

Δεδομένου ότι ήδη έχει κριθεί αντισυνταγματική η φορολόγηση του επιδόματος αλλοδαπής από το ΣτΕ (1840/2013 Ολομέλεια,  σε παλαιότερη ανάρτηση υπάρχει το πλήρες κείμενο της απόφασης), η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων είναι πλέον ξεκάθαρη ως προς το ζήτημα αυτό. Δεν υπόκειται σε φόρο το επίδομα αλλοδαπής.

Το ίδιο λοιπόν έκρινε και η σχολιαζόμενη απόφαση , σύμφωνα με την οποία, ενόψει της φύσεως και του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε το επίδομα αλλοδαπής , το οποίο ελάμβαναν μεταξύ άλλων και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών όταν μετέβαιναν στο εξωτερικό με εντολή της υπηρεσίας τους για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών , ήτοι προκειμένου να ανταποκριθούν , κατά τη ρητή διάταξη του νόμου, στην ανάγκη αντιμετωπίσεως του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα , συνεπώς δε προς κάλυψη των δαπανών στις οποίες αυτοί υποβάλλοντα εξαιτίας της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, δεν επιτρέπεται , κατά τα άρθρα 4§5 και 78§§1 και 4 του Συντάγματος , να υπόκειται σε φόρο εισοδήματος γιατί έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα . Επομένως κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων που αναφέρθηκαν , το ως άνω επίδομα αλλοδαπής υπήχθη σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 14§4 του Ν. 2238/1994. 

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις σχετικά με την απόληψη άδειας ανατροφής τέκνου σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης (εκπαιδευτικοί)

Με την υπ’ αριθμ. 299/2013 απόφαση του ΔΕφΑθ επικυρώθηκε η στροφή της νομολογίας σήμερα όσον αφορά στην απόληψη μίας ή περισσοτέρων αδειών ανατροφής τέκνου , σε περίπτωση γέννησης περισσοτέρων του ενός τέκνων με ένα τοκετό. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τις διατάξεις των άρθρων 53§2 Ν. 2721/199 και 53§2 Υπαλληλικού Κώδικα συνάγεται ότι η κύηση δημοσίας υπαλλήλου που καταλήγει στη γέννηση περισσοτέρων του ενός τέκνων δεν συνεπάγεται την εκ μέρους της απόκτηση δικαιώματος να πάρει τόσες 9μηνες άδειες ανατροφής παιδιού όσα τα παιδιά που γεννιούνται. Τούτο δε, διότι κατά το νόμο, η εν λόγω άδεια αποβλέπει στην ανατροφή του ή των γεννηθέντων , με τον τρόπο αυτό, παιδιών της δημοσίας υπαλλήλου προσωπικά από την ίδια τη μητέρα τους ή τον πατέρα τους , κατά τους πρώτους  κρίσιμους για την ανάπτυξή τους μήνες της ζωής τους . Ο σκοπός αυτός, της προσωπικής ενασχόλησης του γονέα με την ανατροφή του παιδιού , στην περίπτωση πολύδυμης κύησης εξυπηρετείται με την παροχή άπαξ της εν λόγω άδειας , αφού ο γονέας έχει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες των παιδιών και στα προς εκπλήρωση σχετικά καθήκοντα , τα οποία είναι μεν βαρύτερα σε ένταση , αφού πρέπει να ικανοποιούνται οι ανάγκες περισσότερων παιδιών , η πρόσθετη όμως αυτή προσπάθεια δεν παρατείνεται χρονικά , δεδομένου ότι τα δίδυμα, τρίδυμα κλπ διανύουν ταυτόχρονα τα ίδια στάδια αναπτύξεως . Υπό την έννοια αυτή , δηλαδή με σκοπό στον οποίο αποβλέπει η εν λόγω άδεια , οι γονείς διδύμων, τριδύμων κλπ τέκνων δεν τελούν σε όμοια κατάσταση με τους γονείς διαδοχικώς γεννηθέντων τέκνων , για τους οποίους προβλέπεται αυτοτελής εννεάμηνη άδεια ανατροφής και επομένως δεν τίθεται , όσον αφορά το ζήτημα της διάρκειας της άδειας , θέμα παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης , ώστε να είναι επιβεβλημένος ο διπλασιασμός κλπ της εν λόγω άδειας ανάλογα με τον αριθμό των ταυτοχρόνως γεννώμενων τέκνων. 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ακύρωση πινάκων επιτυχόντων διαγωνισμού ΕΠ.ΟΠ. λόγω μη αιτιολογημένης κρίσης για την ακαταλληλότητα της αιτούσας

Με την υπ' αριθμ. 2406/2012 απόφαση του ΔΕφΑθ , κρίθηκε ότι πρέπει να ακυρωθούν οι πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού ΕΠ.ΟΠ  που προκηρύχθηκε με την 45/2009 ΓΕΣ κατά το μέρος που δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς η αιτούσα, καθόσον κρίθηκε αναιτιολόγητα ακατάλληλη με απόφαση – πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής Ψυχοτεχνικής Εξέτασης .
Ειδικότερα, με το ΠΔ 292/2001 ορίσθηκαν τα κριτήρια επιλογής των ΕΠ.ΟΠ., οι επιτροπές για την επιλογή των υποψηφίων και οι αρμοδιότητές τους καθώς και η διαδικασία σύνταξης των πινάκων και της κατάταξης των επιτυχόντων. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του εν λόγω ΠΔ όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ΠΔ 6/2003 ορίζεται ότι «Από τους ανωτέρω πίνακες βαθμολογίας κατά ειδικότητα , οι υποψήφιοι καλούνται για ψυχοτεχνικές και υγειονομικές εξετάσεις καθώς και για αθλητικές δοκιμασίες , σύμφωνα με το σύστημα επιλογής εκάστου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων. » Περαιτέρω στην παράγραφο 14 περίπτωση στ’ της προκήρυξης διαγωνισμού για την κατάταξη 2.000 ΕΠ.ΟΠ. στο Στρατό Ξηράς (που διενεργήθη δυνάμει της υπ’αριθμ.Φ.415.15/59/716933/Σ.459/Αριθ.Εγκ.45/23-3-2009/ΓΕΣ/ΔΣΛ/2 απόφαση του Υπουργού Εθνκής Άμυνας )  , ορίστηκε ότι η ψυχοτεχνική εξέταση των υποψηφίων περιλαμβάνει δοκιμασίες για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των υποψηφίων να ενταχθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες του Στρατού Ξηράς και να σταδιοδρομήσουν σ’ αυτόν. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η ψυχοτεχνική δοκιμασία έχει καθοριστική συμβολή στην κρίση του υποψηφίου ΕΠ.ΟΠ. ως κατάλληλου υπό την έννοια ότι αν κριθεί ακατάλληλος σε αυτές αποκλείεται από τις περαιτέρω δοκιμασίες και την κατάταξή του στο Στρατό ως ΕΠ.ΟΠ.
Η αναφερόμενη απόφαση , ερμηνεύοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις υπό το πρίσμα των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και ειδικότερα της ελεύθερης πρόσβασης κάθε έλληνα πολίτη στις δημόσιες θέσεις κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, της αρχής της διαφάνειας και του κράτους δικαίου, έκρινε ότι στο πρακτικό που συντάσσεται από την Επιτροπή ψυχοτεχνικής δοκιμασίας , θα πρέπει να αναφέρεται , έστω συνοπτικά, το περιεχόμενο της συνέντευξης του υποψηφίου (ερωτήσεις και απαντήσεις) και περαιτέρω να εκφέρεται εξατομικευμένη για κάθε υποψήφιο κρίση ως προς την αξιολόγηση της παρουσίας του από τα μέλη της Επιτροπής και ειδικότερα, για την προσωπικότητά του και την εν γένει ικανότητά του και επαγγελματική καταλληλότητά του , αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του ως ΕΠ.ΟΠ , υπό τις ειδικές συνθήκες στο Στρατό Ξηράς και τη σταδιοδρομία του σ’ αυτόν. Με τη σύνταξη πρακτικού συνέντευξης των υποψηφίων, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, αφενός εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αμερόληπτης και αξιοκρατικής κρίσης και αφετέρου καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή , ενόψει του κατά το άρθρο 20§1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95§1 εδ. α του Συντάγματος , η αξιολόγηση των υποψηφίων από την Επιτροπή Ψυχοτεχνικών Δοκιμασιών κατά τη διαδικασία της προφορικής διαδικασίας (σχετ. ΟλΣτΕ 3052/2009 και ΔΕφΑθ 1015/2012).

Στην κρινόμενη περίπτωση η αιτούσα κρίθηκε ακατάλληλη για ΕΠ.ΟΠ με την αιτιολογία «Αυτοπεριγραφή : Μόνον θετικά στοιχεία εαυτού. Πιθανόν μαθησιακές δυσκολίες . Πιθανόν ένταση και υψηλό επίπεδο ενεργητικότητας . Σκίτσο ανθρώπινης μορφής : Πιθανόν συναισθηματική ανωριμότητα . Πιθανόν αστάθεια στην εικόνα του εαυτού . Πιθανόν αγχώδεις εκδηλώσεις . Πιθανόν έλλειμμα αυτοπεποίθησης . Πιθανόν λεκτικά ξεσπάσματα . Πιθανόν ένταση που αφορά στις σωματικές παρορμήσεις. Κλινική συνέντευξη : Αγχώδεις εκδηλώσεις , διαταραχή συγκέντρωσης .» 
Η ανωτέρω αιτιολογία κρίθηκε από το Δικαστήριο μη νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη , σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και για το λόγο αυτό έκανε δεκτή την αίτηση για την ακύρωση των προσβαλλόμενων πινάκων επιτυχόντων κατά το μέρος που δεν συμπεριλαμβάνεται η αιτούσα και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου να εξετασθεί η αιτούσα εκ νέου με νέα νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. 

Πηγή : ΔιΔικ , τεύχος 3ο, 2013

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις σχετικά με την απόληψη άδειας ανατροφής τέκνου σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης (δικαστικοί λειτουργοί)

Με αφορμή την απόφαση του ΔΕΕ της 16-9-2010, το ΣτΕ με την υπ’ αριθμ. 845/2013 απόφασή του – 7μελής σύνθεση, έκρινε ότι σύμφωνα με την απόφαση του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη στις 14-12-1995 έχει την έννοια ότι σε περίπτωση δίδυμης κύησης δεν θεμελιώνεται μεν ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων γονέων προς λήψη τόσων γονικών αδειών όσων και τα τέκνα που γεννώνται επιβάλλεται όμως στον εθνικό νομοθέτη η υποχρέωση να καθιερώσει σύστημα γονικής άδειας εξασφαλίζοντας στους γονείς διδύμων τέκνων μεταχείριση με βάση τις δικές τους ειδικότερες ανάγκες. Ο έλληνας νομοθέτης δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση για την περίπτωση πολύδυμης κύησης μητέρας δικαστικού λειτουργού μόνη δε ειδική ρύθμιση για την εν λόγω κύηση προβλέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007) με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 52 , σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση πολύδυμης κύησης  προσαυξάνεται μόνο η τρίμηνη άδεια λοχείας , κατά ένα μήνα για κάθε τέκνο πέραν του ενός . Κατά συνέπεια, επειδή δεν υφίσταται εν προκειμένω ειδικότερη ρύθμιση για τις μητέρες δικαστικούς λειτουργούς θα πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικώς ο Υπαλληλικός Κώδικας για την άδεια ανατροφής τέκνων που προήλθαν από πολύδυμη κύηση , μέχρι να θεσπιστεί απόν έλληνα νομοθέτη σχετική ειδική ρύθμιση.

Ουσιαστικά από τα ανωτέρω απορρέει ότι σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης , οι μητέρες των εν λόγω τέκνων, δεν δύνανται να λάβουν αθροιστικώς άδεια ανατροφής τέκνου για κάθε ένα τέκνο ξεχωριστά παρά μόνο να κάνουν χρήση του άρθρου 52§1 τελευταίο εδάφιο , όπως αυτό προστέθηκε με τον Ν. 3801/2009, δηλαδή να προσαυξήσουν ουσιαστικά την άδεια λοχείας. 


Πηγή : ΔιΔικ, τεύχος 3ο , 2013

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ ΛΟΓΩ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3816/2010 - Απόφαση 201/2013 Μον. Πρωτ. Ροδόπης - διαδικασία ασφ. μέτρων


Δυνάμει της υπ' αριθμ. 201/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης,  η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων, διετάχθη  η εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης η οποία είχε εγγραφεί δυνάμει διαταγής πληρωμής από πιστώτρια τράπεζα κατά του ακινήτου της πρώτης κατοικίας ζευγαριού συνοφειλετών. 
Αφού ασκήθηκε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής με βάση της διατάξεις του Ν. 3816/2010, η οποία έγινε δεκτή αμετακλήτως, έγινε δεκτή η αίτηση των συνοφειλετών για εξάλειψη της προσημείωσης η οποία ενεγράφη δυνάμει ακύρου τίτλου.
     Η απόφαση έχει ως εξής :



ΑΠΟΦΑΣΗ 201/2013
(Αριθμός εκθ. καταθέσεως αιτήσεως: Ασφ.145/21.05.2013)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
             ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Ευγενία Κωνσταντινίδου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 3η Ιουλίου 2013, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως Ασφ.145/21.05.2013 και με αντικείμενο την ανάκληση αποφάσεως εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, μεταξύ:
        ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) Χ Π του Π και 2) Δ Σ, συζύγου Χ Π, αμφοτέρων κατοίκων Κομοτηνής (οδός Γ. …………..), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Δ.Σ. Ροδόπης Ιουλίας Μυλωνά, η οποία κατέθεσε σημείωμα.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ……) και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως η επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε από ………… δυνάμει της από 29.06.2012 αποφάσεως της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως της Τραπέζης, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. Κ2-5558/2-8-2012 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και με την ιδιότητα της ως καθολικής διαδόχου της Τράπεζας με την επωνυμία «……. Α.Ε.», λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της τελευταίας, την 7-9-2000, κατά τις διατάξεις των άρθρων 69 επ. του ΚΝ 2190/1920 και 16 Ν. 2515/1997 και της υπ' αρ. Κ2-11582/7-9-2000 εγκριτικής απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης (ΦΕΚ8391/13-9-2000), η οποία δεν παραστάθηκε.
         ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνηση της από τη σειρά του οικείου εκθέματος, η πληρεξούσια Δικηγόρος των αιτούντων ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς της, τους οποίους αναλύει και στο έγγραφο σημείωμα της και ζήτησε να γίνουν δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αρ. 3799/04.06.2013 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΕΠ, που νόμιμα προσκομίζουν οι αιτούντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην καθ' ης, πλην όμως, αυτή δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου εκθέματος και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, το Δικαστήριο, όμως, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθ. 686 §§2, 4 και 687 §1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1330 ΑΚ για την εξάλειψη της προσημειώσεως, πλην των άλλων, ορίζεται ότι η προσημείωση εξαλείφεται... 2. αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψη της. Ως τέτοια απόφαση νοείται: α) απόφαση που ανακαλεί ή μεταρρυθμίζει την απόφαση η οποία διέταξε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημειώσεως. Αυτή είναι η απόφαση που επιφέρει και την απόσβεση της προσημειώσεως κατ' άρθρο 1323 ΑΚ, β) απόφαση που διατάζει την εξάλειψη της προσημειώσεως, η οποία είναι διαφορετική από την παραπάνω αναφερθείσα, διότι ενώ εκείνη ανακαλεί   ή   μεταρρυθμίζει   προηγούμενη   απόφαση   λ.χ.   γιατί
2° φύλλο της υττ' αρ. 201/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (Ασφ.Μέτρα)
μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ή παρέχεται εγγυοδοσία κλπ., αυτή διατάζει απλώς την εξάλειψη της προσημειώσεως. Αυτό συμβαίνει αα) όταν η προσημείωση έχει για κάποιο λόγο ήδη αποσβεστεί, λ.χ. εξοφλήθηκε η απαίτηση ή ο δανειστής παραιτήθηκε, ββ) όταν η προσημείωση είχε άκυρα εγγραφεί, γγ) όταν η προσημείωση είχε εγγραφεί με διαταγή πληρωμής, οπότε δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση που διέταξε την εγγραφή της, ώστε με νέα να ανακληθεί. Η διαδικασία εκδόσεως αυτής της αποφάσεως δεν ορίζεται ευθέως στο νόμο. Θα εφαρμοστούν, πάντως, και γι' αυτή οι ΚΠολΔ 696 επ.. Για τις παραπάνω περιπτώσεις αα' και ββ' η εφαρμογή των διατάξεων αυτών γίνεται αβίαστα, γιατί η προσημείωση, έστω και αν γράφτηκε άκυρα ή στο μεταξύ αποσβέστηκε, έγινε πάντως με δικαστική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και με την ίδια διαδικασία αρμόζει να διαταχθεί η εξάλειψη της. Πιο προβληματική είναι η εξάλειψη της προσημειώσεως η οποία γράφτηκε με διαταγή πληρωμής. Πάντως, και εδώ πρόκειται για εξάλειψη της προσημειώσεως, η οποία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που γράφτηκε, παραμένει ασφαλιστικό μέτρο, άρα και η εξάλειψη της πρέπει να διαταχθεί μ' αυτές τις διατάξεις. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 698 ΚΠολΔ, η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται υποχρεωτικά, ολικά ή εν μέρει, μόνο για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 1 αυτού, μεταξύ των οποίων υπάγεται και η έκδοση οριστικής αποφάσεως στη δίκη για την κύρια απαίτηση κατ' εκείνου που ζήτησε το ασφαλιστικό μέτρο, η οποία έγινε τελεσίδικη. Τέτοια απόφαση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί προφανώς και η απόφαση που δέχεται την ανακοπή του οφειλέτη και ακυρώνει την διαταγή πληρωμής για λόγους ουσιαστικούς, δηλαδή τέτοιους που αναφέρονται στην ύπαρξη της απαιτήσεως για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Εξάλλου, κατά τα κρατούντα στη θεωρία και στη νομολογία, ανεξάρτητα από το ζήτημα της εφαρμογής ή μη της ΚΠολΔ 724 παρ. 2, για το οποίο υπάρχει διχογνωμία, η αίτηση για εξάλειψη προσημειώσεως που έχει εγγραφεί με βάση διαταγή πληρωμής εκδικάζεται από το εκδώσαν την διαταγή πληρωμής δικαστήριο, εφόσον βεβαίως συντρέχει προς τούτο λόγος, όπως η εξόφληση της απαιτήσεως, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής κλπ. (ΜΠρΜεσ 210/1989 Δ 21.724, ΜΠρΑΘ 6529/1989 Δ 21.70, Π. Τζίφρα, Ασφ. Μέτρα, έκδ. Δ', σελ. 143, 150 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση τους οι αιτούντες ζητούν να διαταχθεί με δικαστική απόφαση η εξάλειψη της μη τραπείσας σε υποθήκη προσημειώσεως επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, της. συγκυριότητας τους, για το λόγο ότι η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της υπ' αρ. 69/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μετά την άσκηση κατά της τελευταίας ανακοπής, στερείται νομίμου τίτλου, δοθέντος ότι η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 88/2011 ήδη αμετάκλητη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία δεχόμενο την ανακοπή κατ' ουσίαν. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση από τους έχοντες πρόδηλο έννομο συμφέρον αιτούντες, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη αναλογικώς στις διατάξεις των άρθρων 702 παρ. 1, 724 παρ. 2, 68 ΚΠολΔ και 1330 ΑΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 56 §§2-3 του ΕισΝΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.
    Από την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων που προσκομίζουν οι αιτούντες πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αρ. 69/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτούντες την 14.4.2010, ενεγράφη προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 13.817,43.-€, με αριθμό καταχώρησης  1288/15.04.2010,  στα Κτηματολογικά φύλλα του
3° φύλλο της υττ' αρ. 201/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (Ασφ.Μέτρα)
Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής, υπέρ της καθ' ης και προς εξασφάλιση απαιτήσεως της, απορρέουσας από την υπ' αρ. 1231/2000 σύμβαση παροχής πιστώσεως επ' ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και των προσθέτων πράξεων τροποποιήσεως των όρων της, σε βάρος του κατωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου, της συγκυριότητας του πρώτου αιτούντος, πιστούχου, και της δεύτερης αιτούσας, εγγυήτριας, ήτοι: επί του υπ' αριθ. ένα (1) διαμερίσματος του τρίτου (Γ) ορόφου οικοδομής κειμένης εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Κομοτηνής του Δήμου Κομοτηνής,………………………………………………………Ακολούθως, το παρόν Δικαστήριο, με την υπ' αρ. 88/2011 απόφαση του, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ασκηθείσα ανακοπή των αιτούντων και ακύρωσε την προσβληθείσα ως άνω διαταγή πληρωμής. Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη (βλ. την υπ' αρ. 2478/30.12.2011 έκθεση επιδόσεως της αποφάσεως στην καθ' ης η αίτηση, της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε Π και το υπ' αρ. 2950/01.07.2013 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Ροδόπης). Επομένως, η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης, η οποία δεν τράπηκε σε υποθήκη, στερείται πλέον νομίμου τίτλου και οι αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον να ζητούν την εξάλειψη της, η ύπαρξη της οποίας επηρεάζει αρνητικά την διαδικασία υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 για ρύθμιση των οφειλών τους (υπερχρεωμένα νοικοκυριά), μεταξύ των άλλων και προς την καθ' ης, επί της οποίας ήδη εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 26 και 27/2012 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής και εκκρεμεί η έκδοση αντιστοίχων αποφάσεων επί των εφέσεων που άσκησαν οι ίδιοι κατ' αυτών. Κατ' ακολουθία των άνω πιθανολογημένων, εφόσον η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε για λόγους ουσιαστικούς με δικαστική απόφαση που έχει γίνει αμετάκλητη, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να διαταχθεί η εξάλειψη της εγγραφείσας, βάσει αυτής, προσημειώσεως υποθήκης. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αιτούντων δεν θα καθοριστούν κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 178 §3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (βλ. Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. Δ', §5, σελ. 142).
4° φύλλο της υπ' αρ. 201/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (Ασφ.Μέτρα)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ' ης η αίτηση.
 ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εξάλειψη από τα Κτηματολογικά Φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής, της καταχωρηθείσης σ' αυτά, με αριθμό 1288/15.04.2010, προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της καθ' ης η αίτηση και σε βάρος του κάτωθι ακινήτου, που ενεγράφη δυνάμει της υπ' αρ. 69/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ήτοι: ……………………………………
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Κομοτηνή, την 29.07.2013, με την παρουσία και της Γραμματέως ΣΝ.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Απόφαση 89/2013 ΕιρΚορίνθου - Συνεκδίκαση αιτήσεων συζύγων


Δυνάμει της υπ' αριθμ. 89/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου , συνεκδικάσθηκαν , αν όχι για πρώτη φορά, από τις ελάχιστες φορές, αιτήσεις συζύγων για υπαγωγή στο Ν. 3869/2010,  που αφορούσαν σε κοινές επί το πλείστον οφειλές . Το ενδιαφέρον σκεπτικό του δικαστηρίου έχει ως εξής :
" Φέρονται προς συζήτηση οι με αριθμό καταθέσεως …./2011 και υπ’ ……/2011 αιτήσεις ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, που υποβάλει έκαστος των συζύγων, οι οποίοι έχουν, ως επί το πλείστον, κοινές δανειακές υποχρεώσεις, αλλά και κοινές βιοτικές συνθήκες και ανάγκες και συνεπώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να συνεκδικαστούν, προς διευκόλυνση και επιτάχυνση διεξαγωγής της δίκης αλλά και μείωση των εξόδων, αφού άλλωστε, υπάγονται αμφότερες στην εκούσια δικαιοδοσία (άρθ.246 σε συνδυασμό με άρθ.741 του ΚΠολΔ)."
Συνέπεια της ανωτέρω συνεκδίκασης είναι η επίλυση πολλών πρακτικών ζητημάτων που συνήθως ανακύπτουν όταν χωρεί χωριστή εκδίκαση αιτήσεων συνοφειλετών. 

Από την συντριπτική πλειοψηφία όμως των δικαστηρίων, το αίτημα συνεκδίκασης απορρίπτεται. Ίσως η απόφαση αυτή να ανοίξει το δρόμο προς διευκόλυνση των οφειλετών .

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Νομολογία- Απόφαση 145/2013 ΜονΠρωτΚεφ (επί αιτήσεως αναστολής) - Πιθανολογήθηκε άκυρη διαταγή πληρωμής λόγω επίκλησης από την ανακόπτουσα όρων που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με δύναμη δεδικασμένου υπέρ του συνόλου των καταναλωτών, βάσει δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών μεταξύ ενώσεων καταναλωτών και Τραπεζών



Με την ανωτέρω δικαστική απόφαση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κρίθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός ανακόπτουσας – δανειολήπτριας  ότι ακύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής από την αντίδικο Τράπεζα, διότι υφίστατο ως προς τους επικαλούμενους από αυτή ως καταχρηστικούς όρους δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών και συνακόλουθα και της ίδιας [ανακόπτουσας] που απορρέει από δικαστικές αποφάσεις (μεταξύ άλλων της ΑΠ 1219/2001) που εκδόθηκαν επί συλλογικών  αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και Τραπεζών, από τις οποίες [αποφάσεις] παράγεται μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων και  αν δεν ήταν διάδικοι και επομένως, όσα αυτές καθορίζουν ισχύουν και για όλες τις τράπεζες, το οποίο [δεδικασμένο] αναλογικά, λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής που προσβλήθηκε με ανακοπή.

Ο λόγος αυτός πιθανολογήθηκε ότι είναι νόμιμος, με το σκεπτικό, ότι «η ενέργεια της ισχύος της απόφασης επί της συλλογικής αγωγής εκδηλώνεται (όπως ακριβώς και του δεδικασμένου) τόσο εξωδίκως, υπό την έννοια ότι οι προμηθευτές (Τράπεζες) είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν προς όσα ορίζει η απόφαση, όσο και σε δικονομικό επίπεδο, έτσι ώστε αν το ζήτημα, που κρίθηκε με τη συλλογική αγωγή, είναι προδικαστικό δίκης, που διεξάγεται μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή (οποιουδήποτε καταναλωτή έστω και μη μέλους της ένωσης, έστω και αν δεν είχε μετάσχει στη δίκη επί της συλλογικής αγωγής) το δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση επί της συλλογικής αγωγής. Συνεπώς, αν η συλλογική αγωγή είχε γίνει δέκτη (π.χ. είχε αναγνωρίσει ορισμένο Όρο στο έντυπο της σύμβασης ως καταχρηστικό), ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί το αποτέλεσμα της απόφασης ως δεσμευτικό κατά την εκδίκαση της αγωγής του κατά του προμηθευτή (Τράπεζας)».

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει ο ανωτέρω λόγος  της ανακοπής της αιτούσας, πρόσθετα δε ότι  θα ακυρωθεί εν μέρει η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής ως προς το κονδύλιο των  «εξόδων διαχείρισης/συνδρομής» το οποίο έχει κριθεί ως παράνομο με  δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και Τραπεζών. Με βάση αυτό το σκεπτικό η απόφαση ανέστειλε την εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, επειδή  πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κάνοντας δεκτή την αίτηση αναστολής ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, διατάσσοντας την  χωρίς εγγύηση αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής.
  
Η υπόθεση αυτή δημοσιεύθηκε από τον δικηγόρο που τη χειρίστηκε , στο προσωπικό του blog , ήτοι στο alampasis.blogspot.gr, τον οποίο ευχαριστούμε που μας έδωσε την άδεια να την αναφέρουμε στο blog μας.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΣτΕ 95/2013 Ολομ. - Μη χορήγηση επιδόματος 176€ στους δικαστικούς υπαλλήλους


Με την απόφαση 95/2013 της Ολομέλειας του ΣτΕ , κρίθηκε ότι η μη χορήγηση του επιδόματος των 176 ευρώ στους δικαστικούς υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας , ακόμη και αν αυτό χορηγήθηκε σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, καθώς αυτή η χορήγηση έγινε παράνομα και δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.
Ειδικότερα, το επίμαχο επίδομα  χορηγήθηκε αρχικώς ως επίδομα εξομάλυνσης των μισθολογικών διαφορών για το χαμηλόμισθο προσωπικό του Δημοσίου και στη συνέχεια,  δυνάμει δικαστικών αποφάσεων οι οποίες στηρίχθηκαν στην αρχή της ισότητας , επεκτάθηκε η χορήγησή του  σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου.
 Προσφάτως όμως υπήρξε στροφή της νομολογίας , προς τη μη χορήγηση του επίδικου επιδόματος,  με την αιτιολογία ότι η χορήγησή του σε ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις δεν γεννά αξίωση και σε άλλες ανόμοιες κατηγορίες να διεκδικήσουν την παροχή αυτή. 
Στην κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι  με τις αλλεπάλληλες χορηγήσεις των ειδικών παροχών ή επιδομάτων εξισώθηκαν ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις ή κατηγορίες , κατά παράβαση της αρχής της ισότητας . Κατά συνέπεια η διόρθωση της παράβασης της αρχής της ισότητας , θα πρέπει να γίνει με την μη εφαρμογή της διάταξης που δημιουργεί την παρανομία. Για το λόγο αυτό λοιπόν κρίθηκε ότι πρέπει να παραληφθούν οι δικαστικοί υπάλληλοι από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος .