Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015



Προσωρινή διαταγή Ν. 3869/2010, ελάχιστη καταβολή 40€ για οφειλέτρια με δύο δάνεια συνολικού
 ύψους 56.000€ , μέχρι τη συζήτηση της αίτησης , η οποία προσδιορίστηκε για το Σεπτέμβριο του 2017. 


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
Πρακτικό Αποτυχίας Προδικαστικού Συμβιβασμού - Προσωρινή Διαταγή
(Άρθρ. 5 Ν. 3869/2010 και 781 ΚΠολΔ)
(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης της αίτησης 67/23-04-2015)

ΑΙΤΟΥΣΑ : …… του …….. και της ……. που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ιουλία Μυλωνά (AM ΔΣ Ροδόπης 401).
ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………… Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……. νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της ανωτέρω τράπεζας στην Κομοτηνή που εδρεύει επί της οδού .......... που δεν παραστάθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7365 Γ/19-05-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης, Α.Τ.
 Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Κοκκωνίδης Εμμανουήλ
αφού διαπίστωσε ότι απέτυχε ο προδικαστικός συμβιβασμός επί της παραπάνω κρινόμενης αίτησης, ο οποίος προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4161/2013, προέβη στη συζήτηση του αιτήματος της προσωρινής διαταγής το οποίο υπεβλήθη από της αιτούσα, η οποία προβλέπεται στην παραπάνω διάταξη και στην παρ. 2 του άρθρου 5, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ανωτέρω νόμου, και αφού έλαβε υπόψη όσα εκτέθηκαν προφορικά από την αιτούσα και την πληρεξούσια δικηγόρο της και μελέτησε τα προσκομιζόμενα έγγραφα:
ΔΕΧΕΤΑΙ το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων εναντίον της αιτούσας και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μέχρι τη συζήτηση της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18ης-09-2017 και λαμβανομένων υπόψη της περιουσιακής και εισοδηματικής της κατάστασης, του συνόλου των χρεών της και της οικονομικής της δυνατότητας σύμφωνα με τις βιοτικές της ανάγκες,
ΟΡΙΖΕΙ την καταβολή μηνιαίας δόσης ποσού σαράντα ευρώ (40,00 €), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του Ν.3869/2010, η οποία θα καταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης την 5η-08-2015 έως τη συζήτηση της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18ης-09-2017 στην αναφερόμενη στην αίτηση πιστώτρια της. Το ανωτέρω ποσό μηνιαίας δόσης είναι μικρότερο από το 10% του συνόλου των ενήμερων δόσεων που οφείλει να καταβάλλει στην ανωτέρω πιστώτρια, διότι κρίνεται ότι το εισόδημα της είναι ανεπαρκές για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της (άρθρο 8 παρ.5).
- Υπενθυμίζεται στην αιτούσα ότι σε περίπτωση που επέλθει οποιαδήποτε αξιόλογη μεταβολή στα εισοδήματα της με οποιονδήποτε τρόπο οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο εντός ενός μήνα από τότε που θα συμβεί στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου να ενημερωθεί η πιστώτρια της, κατ' αναλογική εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 8 του προκείμενου νόμου, διότι σε περίπτωση που δεν το πράξει κινδυνεύει να υποστεί τις προβλεπόμενες συνέπειες τόσο της παρ. 1 του άρθρου 10 του προκείμενου νόμου όσο και της παρ. 4 του άρθρου 9 το ίδιου νόμου, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4161/2013.

Κομοτηνή, 30 Ιουνίου 2015

Ο Ειρηνοδίκης 

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Πρώτη Απόφαση του Αρείου Πάγου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (1226/2014, Α1 Πολιτικό Τμήμα)

   Η υπ' αριθμ. 1226/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί την πρώτη απόφαση του δικαστηρίου αυτού σχετικά με το Ν.3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) και εκδόθηκε ύστερα από άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως εφετείου δικάζοντος. 
Παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο για τους λόγους αναίρεσης που δεν έκανε δεκτούς (σκεπτικό -αιτιολογία) και κυρίως για το λόγο αναίρεσης που δέχθηκε . 

Την υπόθεση αυτή χειρίστηκε το γραφείο μας σε συνεργασία με το δικηγορικό γραφείο  του κ. Σαξώνη Βασίλη που εδρεύει στην Αθήνα. 

Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης .
Αριθμός 1226/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ Γ του …………………….κατοίκου     Κομοτηνής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σαξώνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Αυγούστου 2011 αίτηση - διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2014 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης κατά της 6/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Όπως   προκύπτει   από   την   6661Δ/18-10-2013   έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γεράσιμου Βαλλιανάτου, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11-9-2013 αίτησης   αναίρεσης   με   προσδιορισμό   της   προαναφερόμενης δικασίμου (17ης/2/2014) για τη συζήτηση της και με κλήση προς την τελευταία να λάβει μέρος σ' αυτή. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υπόθεσης και την εκφώνηση της από το οικείο πινάκιο η αναιρεσίβλητη   δεν  παραστάθηκε,   ούτε  εκπροσωπήθηκε  από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά   των   αποφάσεων  των   ειρηνοδικείων,   καθώς   και   των  αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς... Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1 β ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ή ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (σε μη ειρηνοδικειακές υποθέσεις), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου , η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.
Επίσης, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Κατά την παρ. 3 αυτού, ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, (οφείλει) να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας ... Κατά δε την παρ. 4 αυτού, με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν αυτό δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Ενώ, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σε περιπτώσεις, που, εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ιδίας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος.      Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη.  Ακόμη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων, που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8, επιφέρει, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη ' και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματα του για την εξυπηρέτηση τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλές και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα : Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 επί τέσσερα έτη, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμού του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή, και ιδίως από την εργασία του, και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού ) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, όπως είναι η ανεπάρκεια εισοδήματος για την κάλυψη των στοιχειωδών (και όχι των κανονικών και συνήθων) βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλες με ανάλογη τουλάχιστον βαρύτητα, εφαρμόζεται η ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρο 8, οπότε το δικαστήριο της ουσίας προσδιορίζει μηνιαίες χρηματικές καταβολές μικρού ύψους ή μηδενικές και ορίζει νέα δικάσιμο σε χρόνο απώτερο των πέντε μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του, για να επαναπροσδιοριστεί και οριστικοποιηθεί   κατά   τη   νέα   δικάσιμο  το   τελικό  ποσό   των  μηνιαίων καταβολών για ολόκληρη την τετραετία. Η δε σχετική διαγραφή του ρυθμιζόμενου χρέους (με επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 9) επέρχεται μετά από κανονική τήρηση της σχετικής ρύθμισης και με τη λήξη της τετραετίας, άσχετα αν οι αντίστοιχες καταβολές οριστικοποιήθηκαν εξαρχής ή μεταγενέστερα ή είναι μικρού ύψους ή μηδενικές. Για την ικανοποίηση του ίδιου χρέους του οφειλέτη και εφόσον ζητηθεί από αυτόν (ως τρόπος εκκαθάρισης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του), ενεργοποιείται (σωρευτικά) και η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 για την εξαίρεση από την εκποίηση ακινήτου της ιδιοκτησίας του οφειλέτη, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του και η αξία του δεν υπερβαίνει το τασσόμενο όριο, οπότε η ρύθμιση της ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών ορίζεται μέχρι συνολικό ποσό ίσο με ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Επίσης η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 δεν εξαρτάται, καταρχήν, από τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να καταβάλλει κανονικά τις δόσεις που ορίστηκαν, παράλληλα με τις πραγματικές (και όχι μηδενικές) καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ή παρ. 5 ή μετά τη λήξη τους, εφόσον χορηγήθηκε σ' αυτόν αντίστοιχη περίοδος χάριτος. Οι τελευταίες (οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των καταβολών και της χρονικής διάρκειας της ρύθμισης. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1α ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενη ότι πρόκειται για προσωρινή αδυναμία εκπλήρωσης των χρεών της, καίτοι η οικονομική   και   οικογενειακή  πραγματικότητα   αυτής,   όπως  περιγράφεται στην απόφαση, καταδεικνύει μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής αυτών από μέρους της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, αφού το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα από την επικαλούμενη διατύπωση, που πράγματι διέλαβε στην απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, δέχτηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης και προχώρησε στη ρύθμιση των χρεών της αναιρεσείουσας, κατά τις προβλέψεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1α ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη όσα ορίζει το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και, υποχρεώνοντας την να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το συνολικό ποσό των 705,73 ευρώ, για τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2, καίτοι αυτή και ο σύζυγος της είναι άνεργοι και γονείς δύο παιδιών, παραβίασε τον σκοπό αυτού του νόμου, ο οποίος επιθυμεί να διασφαλίσει στους αιτούντες τη ρύθμιση ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ, 2 του ν. 3869/2010, ενώ, επιπλέον, όσα αναφέρονται στον σχετικό λόγο αφορούν νομικές απόψεις της αναιρεσείουσας και εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης για ζητήματα ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. 
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1α ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έσφαλε κατά την ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 3869/2010 με την κρίση ότι «... όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό στην πιστώτρια, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών και της ηλικίας της, που της επιτρέπει, μετά από εύλογη προσπάθεια, όπως εξάλλου επιβάλλεται σ' αυτήν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 3869/2010, να βρει εργασία ανάλογη των δυνατοτήτων της, ανέρχεται σε 200 ευρώ τον μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες...». Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η προβαλλόμενη παραβίαση, με ποιόν ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό συνάπτεται και ποια επίδραση άσκησε η επικαλούμενη πλημμέλεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
 Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1β ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε. Πιο συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα διατυπώνει στο αναιρετήριο τη σχετική αιτίαση της ως εξής : «Εν προκειμένω λοιπόν, δια της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχθηκε τα κάτωθι : «... Η εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου της αιτούσας επί της κατοικίας αυτής, λαμβανομένων υπόψη του χρόνου κατασκευής, της περιοχής στην οποία βρίσκεται, του εμβαδού της, της αντικειμενικής αξίας και των συνθηκών, που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, συνεκτιμώμενης και της αντικειμενικής της αξίας, εκτιμάται στο ποσό των 130.000 ευρώ ... κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειας της και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με δύο παιδιά, όπως η αιτούσα, που ανέρχεται σε 300.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση ...Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα πρέπει να συνδυαστεί με αυτή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 ν.3896/2010, καθόσον με τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας και θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 85% της εμπορικής αξίας του ιδανικού μεριδίου της επ' αυτής, δηλαδή το ποσό των 1 10.500 ευρώ (130.00 ευρώ εμπορική αξία Χ 85%).
Η ανωτέρω κρίση όμως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι αναιρετέα καθώς κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του ακινήτου παραβιάσθηκαν τα διδάγματα κοινής πείρας, όπως αυτά ορίσθηκαν από το ίδιο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (χρόνος κατασκευής, περιοχή, αντικειμενική αξία και κρατούσες οικονομικές συνθήκες) με τον καθορισμό εμπορικής αξίας υπερβολικά δυσανάλογης σε σχέση με τους παράγοντες που δέχθηκε το δικαστήριο ότι την καθορίζουν.
Ειδικότερα, το δικαστήριο συνεκτίμησε, όπως άλλωστε προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση της απόφασης, το χρόνο κατασκευής, την περιοχή στην οποία βρίσκεται, το εμβαδό, την αντικειμενική αξία και τις συνθήκες της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας καθώς επίσης και ότι επρόκειτο για ιδανικό μερίδιο 50% εξ αδιαιρέτου.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν γνώσεις, που αντλούνται από την κοινωνική πραγματικότητα, με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής απασχόλησης. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για γενικές και αφηρημένες αρχές, που αποτελούν τμήμα της κοινωνικής αντίληψης του μέσου συνετού ανθρώπου, βάσει των οποίων αξιολογεί την εξέλιξη των πραγμάτων. 
Στην προκειμένη περίπτωση, η αντίληψη αυτή αφορά στη διαμόρφωση της εμπορικής - αγοραίας αξίας των ακινήτων, την οποία οριοθετούν οι παράγοντες, που ανέφερε η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι α) το προαναφερθέν ακίνητο κατασκευάσθηκε το έτος 2001, β) αγοράσθηκε από την αιτούσα δυνάμει του υπ' αριθμ. ………… συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ.Τ. έναντι τιμήματος 112.000 €, γ) η αντικειμενική αξία ολόκληρου του ακινήτου κατά το χρόνο αυτό ανήρχετο στο ποσό των 62.350 €, δ) το εμβαδόν του είναι 107,11 τμ καθαρό, ε) η περιοχή στην οποία βρίσκεται είναι εντός της πόλης της Κομοτηνής, στ) η αντικειμενική του αξία σύμφωνα με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ΕΤΑΚ για το οικονομικό έτος 2009 ανήρχετο στο ποσό των 38.676,49 € για έκαστο εκ των συνιδιοκτητών (συνολικώς 77.352,98 €) και ζ) τέλος, ότι η οικονομική κρίση δεν ευνόησε, παρά έριξε τις τιμές στην αγορά ακινήτων. Η οικονομική συγκυρία στην αγορά ακινήτων κατά το χρόνο εκδίκασης της εφέσεως δεν ήταν τέτοια, ώστε να δικαιολογεί την τόσο υψηλή εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου της αιτούσας, η οποία αποτιμήθηκε από το δικαστήριο στο ποσό των 130.000 € για ποσοστό ιδιοκτησίας 50% επί του όλου ακινήτου, όταν πρόκειται για ένα διαμέρισμα του 2001, στην πόλη Κομοτηνή του νομού Ροδόπης, του οποίου η αντικειμενική αξία αποτιμήθηκε το έτος 2009 στο ποσό των 77.352,98 € και κυρίως όταν αποτελεί κοινή γνώση πλέον, ότι η αγορά ακινήτων έχει σχεδόν παγώσει σε όλη την επικράτεια, με τις τιμές να ακολουθούν ελεύθερη πτώση και οι προσφορές να είναι κατά πολύ κατώτερες της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα αναφερόμενα διδάγματα κοινής πείρας, διότι τα χρησιμοποίησε εσφαλμένο: κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε κατά παράβαση του νόμου. Για τους ανωτέρω λόγους θα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και ως προς αυτό το σκέλος».
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που δεν συνάδει με τις αρχές της λογικής κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του σχετικού λόγου, οι επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν την αποδεικτική στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας διαφόρων πραγματικών στοιχείων -κριτηρίων για τον καθορισμό της εμπορικής αξίας του ενδίκου ακινήτου, ως κρισίμου αποδεικτέου πραγματικού γεγονότος για τον καθορισμό του συνολικού χρηματικού ποσού, μέχρι το οποίο θα ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 (επιπλέον εκείνης του άρθρου 8 παρ. 2). Οι πλημμέλειες δε αυτές, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τον άρθρο 560 παρ. 1 β του ΚΠολΔ.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. Ια ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση οτι  εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, καίτοι τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν επέβαλαν την εφαρμογή της, την οποία αυτή είχε ζητήσει. Όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ενδιαφέρον μέρος της, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : «Η αιτούσα, γεννημένη στις 24-9-1975, είναι σύζυγος του Α.Τ. και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, του Α. και της Α., που γεννήθηκαν στις 18-5-2007 και κατοικούν σε ένα διαμέρισμα του 1ου ορόφου πολυώροφης οικοδομής, καθαρής επιφάνειας 107,11 τ.μ., που κείται εντός της πόλης Κομοτηνής και επί της οδού Στ. Κουμανούδη αρ. 3, με ΚΑΕΚ 42 017 …………., συγκυριότητας των συζύγων κατά ποσοστό ιδανικής μερίδας εκάστου 50 %. Το ετήσιο ατομικό εισόδημα της αιτούσας, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος, ανήλθε το έτος 2008 σε 7.735,43 ευρώ, το έτος 2009 σε 3.482,69 ευρώ, το έτος 2010  σε 6.086,22 ευρώ και το έτος 2011 σε 2.403,53 ευρώ, ενώ, αντίστοιχα, του συζύγου της σε 18.188,78 ευρώ, 16.720,37 ευρώ, 17.291,22 ευρώ και 18.216,97 ευρώ. Εξάλλου, ο προαναφερόμενος σύζυγος της αιτούσας, εργαζόταν από 1-3-2000 στην επιχείρηση της εταιρίας με την επωνυμία «………. ΑΕ» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι τις 2-4-2012, οπότε η ως άνω εργοδότρια κατήγγειλε την σύμβαση και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης ποσού 13.497,40 ευρώ. Εν συνεχεία, ο ίδιος με την από 15-5-2012 απόφαση του ΟΑΕΔ κρίθηκε δικαιούχος επιδόματος τακτικής ανεργίας για χρονικό διάστημα από 10-4-2012 έως 10-3-2013, μηνιαίου ύψους 432 ευρώ. Η αιτούσα τα έτη 2011  και 2012 φοιτούσε στην ΕΠΑΣ Βοηθών Νοσηλευτών του Γ.Ν.Κομοτηνής και απέκτησε το πτυχίο της βοηθού νοσηλεύτριας στις 28-6-2012. Από δε 19-3-2011 έως 18-8-2011 ήταν δικαιούχος επιδόματος ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, ανερχόμενου στο ποσό των 545 ευρώ μηνιαίως. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν προέκυψε ότι διαθέτει η αιτούσα. Η οικονομική της αυτή κατάσταση, όμως, είναι προσωρινή και οφείλεται στη δυσχερή οικονομική κατάσταση της χώρας την τρέχουσα περίοδο, λόγω δε της ηλικίας της, που της επιτρέπει μετά από εύλογη προσπάθεια, όπως εξάλλου επιβάλλεται σ' αυτήν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 3869/2010 να βρει ανάλογη με τις ικανότητες της εργασία, είναι πιθανή η ανεύρεση εργασίας της. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον αυτό χρόνο {βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 98 επ.), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10): από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», είχε λάβει μαζί με τον προαναφερόμενο σύζυγο της ως συνοφειλέτρια εις ολόκληρον, δύο στεγαστικά δάνεια, το πρώτο ποσού 115.620 ευρώ με την υπ' αρ. 2797910/26-9-2002 σύμβαση και το δεύτερο ποσού 30.000 ευρώ με την υπ' αρ. 3587910/8-5-2006 σύμβαση. Οι απαιτήσεις της ως άνω πιστώτριας Τράπεζας από τα δάνεια αυτά είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης επί του ποσοστού συγκυριότητας της στην ως άνω κύρια κατοικία της για το ποσό των 150.300 ευρώ και 36.000 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 2669/10/16-8-2011 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραφών στο    τηρούμενο    στο    Κτηματολογικό    Γραφείο    Κομοτηνής κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ 42 017 ……….. (βλ. ΑΠ31/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η οφειλή της από τα δάνεια αυτά ανέρχεται με τα πιο πάνω επιτόκια ενήμερης οφειλής μαζί με τους τόκους στο ποσόν των 97.720,87 ευρώ (κεφάλαιο 97.720,87 ευρώ, τόκοι 0,00 ευρώ) και 25.567,86 ευρώ (κεφάλαιο 25.567,86, τόκοι 0,00 ευρώ), αντίστοιχα και συνολικά σε 123.288,73 ευρώ. Επιπρόσθετα, η αιτούσα όφειλε στην προαναφερόμενη πιστώτρια τράπεζα   από   την   με   αριθμό   200112050277000   σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσό 2.678,40 ευρώ (κεφάλαιο 2.639,18 ευρώ και τόκοι 39,22 ευρώ) και από την με αριθμό 20011310230657000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσό 144 ευρώ (κεφάλαιο 0,00 ευρώ και έξοδα 144 ευρώ). Όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από την προσκομιζόμενη κατάσταση γνωστοποίησης των οφειλών της αιτούσας από την εν λόγω πιστώτρια τράπεζα. Στα ποσά αυτά δεν    συμπεριλαμβάνονται    τόκοι    από    τον    άνω    χρόνο γνωστοποίησης (16.3.2011) μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης, καθόσον δεν προσκομίσθηκε από την ως άνω πιστώτρια τράπεζα οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν οι τόκοι αυτοί. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η συνολική οφειλή της αιτούσας προς την ως άνω πιστώτρια, που συμπεριέλαβε στην αίτηση, ανέρχεται στο ποσό των 123.288,73 ευρώ για την οφειλή της από τα στεγαστικά δάνεια και 2.822,40 ευρώ για τις οφειλές της αιτούσας από πιστωτικές κάρτες κατά το χρόνο που κατέστη   ληξιπρόθεσμο  το  χρέος   (χρόνος   κοινοποίησης   της αίτησης).   Συνολικά,   η   αιτούσα   έχει   χρέος   προς   ρύθμιση 126.111,13 ευρώ (123.288,73 + £J22.40 ευρώ). Η αιτούσα  το έτος 2011 έχει περιέλθει σε προσωρινή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της λόγω της προαναφερόμενης σημαντικής μείωσης των εισοδημάτων της, η δε αδυναμία της αυτή, συνεκτιμώντας την ανεργία της, τις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες στην αγορά εργασίας και το κόστος διαβίωσης της οικογένειας της δεν οφείλεται σε δόλο, ο οποίος άλλωστε δεν αποδείχθηκε. Μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό της στοιχείο, που μπορεί να εκποιηθεί και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα αποτελεί το ποσοστό συγκυριότητας της κατά 50 % επί της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) υπό στοιχείο «2» του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, καθαρής επιφανείας 107,11 τ.μ., που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή, κείμενη στην Κομοτηνή, επί της οδού…………………, της οποίας η αιτούσα κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου με τον προμνησθέντα σύζυγο της, δυνάμει του υπ' αρ. 1388/20-9-2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής στον Τόμο 1386, α.α. .. την 23η-9-2002. Η εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου της αιτούσας επί της κατοικίας αυτής, λαμβανομένων υπόψη του χρόνου κατασκευής, της περιοχής στην οποία βρίσκεται, του εμβαδού της, της αντικειμενικής της αξίας και των συνθηκών, που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, συνεκτιμώμενης και της αντικειμενικής της αξίας, εκτιμάται στο ποσό των 130.000 ευρώ. Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειας της και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με δύο παιδιά, όπως η αιτούσα, που ανέρχεται σε 300.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%,  όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση. Με βάση τα δεδομένα αυτά, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα σ' αυτές των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην πιο πάνω πιστώτρια από τα εισοδήματα της επί τετραετία, που θα αρχίζουν την 1η ημέρα του επόμενου από την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης μήνα, από τις οποίες η πιστώτρια θα ικανοποιηθεί σύμμετρα (αρθ. 8 παρ. 2 ν. 3869/10). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό στην πιστώτρια, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών της αναγκών και της ηλικίας της, που της επιτρέπει μετά από εύλογη προσπάθεια, όπως εξάλλου επιβάλλεται σ' αυτήν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, να βρει εργασία ανάλογη των ικανοτήτων της, ανέρχεται σε 200 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες».
Από τις προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (27-2-2013) τόσο η αναιρεσείουσα όσο και ο σύζυγος της ήταν άνεργοι. Ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε κανένα εισόδημα, ο δε σύζυγος της λάμβανε μόνο επίδομα ανεργίας μηνιαίου ποσού 432 ευρώ, το οποίο θα έπαυε τον επόμενο μήνα. Ότι είναι γονείς δύο ανηλίκων παιδιών, που γεννήθηκαν το έτος 2007 και χρησιμοποιούν ως κύρια οικογενειακή κατοικία ένα διαμέρισμα εμβαδού 107,11 μ2 στην πόλη της Κομοτηνής, που απέκτησαν με στεγαστικά δάνεια κατά ίσα ποσοστά ο καθένας, η εμπορική αξία του οποίου, για τη μερίδα της αναιρεσείουσας, αποτιμήθηκε σε 130.000 ευρώ και για τη διάσωση του οποίου υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλλει εντόκως μηνιαίες δόσεις ποσού 511,57 ευρώ για χρονική περίοδο 216 μηνών, με το επιτόκιο που αναφέρεται στην απόφαση και με περίοδο χάριτος τριών μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης. Και ότι οι συνθήκες στην αγορά εργασίας είναι ιδιαίτερα δυσμενείς, πράγμα που λογικά συνεπάγεται αντίστοιχη δυσχέρεια στην εξεύρεση εργασίας από μέρους της αναιρεσείουσας, για την οποία ωστόσο το δικαστήριο δέχτηκε ότι, λόγω της ηλικίας της, είναι πιθανό να βρεί ανάλογη εργασία, χωρίς να αναφερθεί στο ύψος της προσδοκώμενης αμοιβής, ούτε στην πιθανότητα απασχόλησης του συζύγου της. Υπό αυτές τις παραδοχές, συνέτρεχαν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και τετραετούς ρύθμισης του χρέους της αναιρεσείουσας με μηδενικές ή ελάχιστες μηνιαίες καταβολές, αφού οι προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες της δεν επηρέαζαν βέβαια τη ρύθμιση για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της και τις εντεύθεν υποχρεώσεις της, αλλά δεν επέτρεπαν ούτε την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών αυτής και των ανηλίκων τέκνων της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστική διάταξη, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. 
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο ρύθμισης του χρέους με καταβολή μηνιαίων δόσεων 200 ευρώ για μία τετραετία, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς αυτό το κεφάλαιο, από το ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της μερικής ήττας της, σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρθηκε στο σκεπτικό, την απόφαση 6/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο δικαστής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
            Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014. 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.


 O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Εύλογες δαπάνες διαβίωσης

    Το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους προέβη κατ' εφαρμογή του άρθρου 1§1 Ν. 4224/2013 στον καθορισμό των ευλόγων δαπανών διαβίωσης , ήτοι  στον καθορισμό ποσών που με αντικειμενικά κριτήρια καθορίζονται ως δαπάνες διαβίωσης των οφειλετών αναλόγως της οικογενειακής τους κατάστασης και των υποχρεώσεών τους. 
    Τα ποσά αυτά θα αποτελούν κοινή βάση κατά την διαπραγμάτευση των οφειλών των δανειοληπτών με τις τράπεζες κατ' εφαρμογή του ανωτέρω νόμου και θα μπορέσουν ενδεχομένως να αποτελέσουν κριτήρια σε περισσότερες ήδη υπάρχουσες ή επικείμενες ρυθμίσεις οφειλών (πχ. στο Ν. 3869/2010) .
    Στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που 
καταναλώνονται από τα νοικοκυριά. 
     Οι δαπάνες διαβίωσης ταξινομούνται σε τέσσερις βασικές ομάδες ανάλογα με το πόσο απαραίτητες είναι για τη διαβίωση ενός νοικοκυριού. Συγκεκριμένα οι ομάδες αυτές είναι: 
- 1η ομάδα: αφορά τις πιο βασικές δαπάνες για τη διαβίωση του νοικοκυριού. Στην πρώτη ομάδα 
περιλαμβάνονται οι δαπάνες για διατροφή, ένδυση και υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, 
μετακίνηση, επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης 
και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, αγαθά 
και υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οικονομικές 
υπηρεσίες. 
- 2η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες εστίασης  
- 3η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές 
- 4η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, 
αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και 
αθλητισμού. 
    Στον υπολογισμό των εύλογων δαπανών διαβίωσης λαμβάνονται υπόψη επίσης έξοδα που σχετίζονται με κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος (δηλαδή εθνικού συστήματος υγείας, δημόσια σχολεία κλπ.) και εξαιρούνται εναλλακτικές επιλογές που παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και αγορές πολυτελείας. 
      Οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης για παράδειγμα ενός ενήλικα κειμένονται μεταξύ του ποσού των 537€ μέχρι 682€, μιας οικογένειας με δύο τέκνα μεταξύ του ποσού των 1347€ μέχρι 1720€ κλπ. 
      Τα ποσά των ευλόγων δαπανών διαβίωσης είναι καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων και της δόσης του δανείου για τους δανειολήπτες ή του ενοικίου για τους ενοικιαστές .
  
Πηγή : Γενική Γραμματεία Καταναλωτή (www.efpolis.gr) 

        


Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

(ΜΠρΣερρών 221/2013) Μη υπαγωγή των οφειλών προς το ΤΠΔ στο Ν. 3869/2010

Το ζήτημα της υπαγωγής ή μη των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, φαίνεται να εξακολουθεί να διχάζει τη νομολογία, παρόλο που πρόσφατες αποφάσεις των δικαστηρίων της χώρας τείνουν να υπαγάγουν τελικώς και τις οφειλές αυτές στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Το ίδιο υποστηρίξαμε και δια της προσφάτως αναρτηθείσας στο blog απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας , στην οποία υπάρχει και η σχετική τεκμηρίωση.
Έτερη όμως απόφαση επί του θέματος υποστηρίζει την άποψη της μη υπαγωγής των εν λόγω οφειλών στο Ν. 3869/2010 με την αιτιολογία ότι  «Οι μη εξυπηρετούμενες οφειλές προς το ΤΠΔ τυγχάνουν ειδικών ρυθμίσεων και εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί ρύθμιση και της οφειλής αυτής μπορεί να ζητήσει από το ΤΠΔ να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 25 του Ν 3867/2010»  (ΜΠρΣερρών 221/2013, ως δευτεροβάθμιο δικάζον) . Παρατίθεται το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης περί μη υπαγωγής των οφειλών του ΤΠΔ στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. :
« Σύμφωνα με το άρθρο 62 του Ν 2214/1994 για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπάλληλους και συνταξιούχους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή α)…, β) μέχρι τα 6/20 της κανονισθησόμενης κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων των μερισμάτων και άλλων παροχών, που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία. Η παραπάνω εκχώρηση είναι ισχυρή, καταργούμενης κάθε άλλης αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου μπορούν να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επί μέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων, που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Με τις παραπάνω, ειδικές για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διατάξεις, ορίζεται εκ του νόμου εκχώρηση, κατά τα ποσοστά, που αναφέρονται, επί των αποδοχών του δανειολήπτη για την εξόφληση του δανείου και η διαδικασία ρυθμίσεως των μη κανονικά εξυπηρετούμενων δανείων, που έχει χορηγήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο νόμος 3869/2010 ρυθμίζει γενικά τις οφειλές υπερχρεωμένων προσώπων χωρίς καμία αναφορά ή τροποποίηση των παραπάνω ειδικών ρυθμίσεων των μη εξυπηρετούμενων οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Συνεπώς για τις τελευταίες εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 62 Ν 2214/1994 και 25 N 3867/2010 ως ειδικότερες.»
Να σημειωθεί ότι η ανωτέρω άποψη δεν μας βρίσκει σύμφωνους διότι ο Ν. 3869/2010 αν ήθελε να εξαιρέσει τις εν λόγω οφειλές θα το έκανε ρητώς , όπως κάνει για αυτές που πράγματι εξαιρεί (όπως οφειλές προς το δημόσιο κλπ) .

Πηγή : www.nb.org/blog


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ειρ Δράμας : Υπαγωγή δανειολήπτη και της συζύγου του στο Ν. 3869/2010 - υπαγωγή στο νόμο οφειλής προς το ΤΔΠ και απαλλαγή σε ποσοστό 70% των οφειλών του (αποφ. 90/2014 και 91/2014)

    Με την παρατιθέμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας υπήχθη στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπερχρεωμένος δανειολήπτης καθώς και η σύζυγός του με ξεχωριστή απόφαση, επιτυγχάνωντας απαλλαγή  αμφότεροι σε ποσοστό περίπου 70% .
   Εν προκειμένω παρατίθεται η απόφαση με αριθμό 90/2014, τα κυριότερα σημεία της οποίας είναι η υπαγωγή  στη ρύθμιση οφειλής από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την πρόσφατη νομολογία των Ειρηνοδικείων της χώρας για το συγκεκριμένο ζήτημα. Επίσης αναλύεται η έννοια της δολιότητας του δανειολήπτη αλλά και της αντίστοιχης συνυπαιτιότητας των τραπεζών στην υπερχρέωση , όπως επίσης απορρίπτεται αιτιολογημένα η ένσταση των πιστωτριών περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.  Επίσης χορηγείται περίοδος χάριτος 5 ετών , μετά την την πάροδο των οποίων άρχεται  η αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου με σκοπό την διατήρηση της πρώτης κατοικίας , η οποία θα διαρκέσει για 15 έτη.

Αριθμός Απόφασης:    90  /2014
Εκούσια Δικαιοδοσία
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΔΡΑΜΑΣ

   ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη, Ζ. Ν.
      ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Φεβρουαρίου 2014, με τη σύμπραξη της Γραμματέα Α. Φ. για να δικάσει την υπόθεση:
  ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ν. Ι. του ………και της …………., κατοίκου Δράμας (……………), ο οποίος παρέστη στο Δικαστήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ιου­λίας Μυλωνά (ΔΣ Ροδόπης).
ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΩΝ: 1) της εδρεύουσας στην Αθήνα, τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 του Ν 3601/2007 και δυνάμει σχετικών αποφάσεων της ΤτΕ (ΦΕΚ Β 76/18.1.2013) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», ειδι­κής διαδόχου, (κατά τις διατάξεις του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….» (ΦΕΚ Β 2856/17.12.2011) ως η επωνυμία αυ­τή είχε προέλθει από τη μετονομασία της πρώην «…………..Α­νώνυμη Τραπεζική Εταιρία» (ΦΕΚ 5635/22.6.2010) και εκπροσω­πούμενης νομίμως από την ειδική εκκαθαρίστρια …. ……., η οποία παρέστη διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ……… (Δ.Σ. Δράμας), 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "........." που έχει έδρα στην Αθή­να (.....) κι εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παρέστη διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ……………..και 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………………»με αρ. Γ.Ε.ΜΗ …………….. που έχει έδρα στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας αφενός για τις απαιτήσεις της ίδιας και αφετέρου για τις απαιτήσεις της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυ­μία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………….», εξομοιού­μενης κατά τη διάταξη του αρ. 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγω συγχω­νεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο αυτής (απόφαση Κ 2 - 7651/27.12.2013 του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικό­τητας ΦΕΚ Τ. ΑΕ και ΕΠΕ 9243/27.12.2013), η οποία ήταν ειδική διάδοχος κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 63Δ του Ν. 3601/2007 και δυνάμει της με αρ. 2124/Β95/18.1.2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 74/18.1.2013) και της σχετικής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β776/18.1.2013), της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», ειδι­κής διαδόχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007 της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « ……Ανώνυ­μη Τραπεζική Εταιρία» (ΦΕΚ Β 2856/17.12.2011) ως η επωνυμία αυ­τή είχε προέλθει από τη μετονομασία της πρώην «……………….» (ΦΕΚ 5635/22.6.2010), η οποία παρέ­στη διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους …………(Δ.Σ. Δράμας)
Ο αιτών κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο την από 15.11.2012 (με αρ. έκθ. κατάθ. 249/19.11.2012) αίτηση ρύθμισης οφειλών υπερχρε­ωμένου φυσικού προσώπου, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε από το πινά­κιο της εκούσιας δικαιοδοσίας, η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτού­ντος ανέπτυξε και προφορικά την αίτηση, προσκόμισε έγγραφα και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στο έγγραφο σημείωμα προτάσεων που κατέθεσε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μετεχουσών πιστωτριών, οι ο­ποίες κατέστησαν διάδικοι μετά νόμιμη κλήτευση τους (άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748 § 2 του ΚΠολΔ), ανέπτυξαν προφορικά τους ι­σχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματα προτάσεων που κατέθεσαν.
Ακολούθησε η συζήτηση, όπως σημειώνεται στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 §1 του ν. 3869/2010, σαφώς προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης ρύθμι­σης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ο αιτών - οφειλέ­της πρέπει να εκθέτει σ' αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (αρκούσης της αναφοράς ότι έστω και μια από τις περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές του κατέστη ληξιπρόθεσμη) ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του, να εκθέτει επίσης ποιοι είναι οι πιστωτές του με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτή­σεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικο­γενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, αν έχει προστατευόμενα μέλη τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να δια­τρέφει), τα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματα του ίδιου και της συ­ζύγου του, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης, καθόσον το ύφος αυτών μπορεί να μεταβληθεί είτε κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, οπότε ο αιτών με σχετική διορθωτική δήλωση του που θα κα­ταχωρηθεί στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του (άρθρα 745,751 και 115 §3 ΚΠολΔ) θα επικαιροποιήσει αυτά (αυξητικά ή μειωτικά) δυνάμενος ακόμη και να αιτηθεί τροποποίηση των προτει­νόμενων μηνιαίων καταβολών, είτε μετά την έκδοση απόφασης, οπό­τε αν ο αιτών οφειλέτης δεν δηλώσει τη μεταβολή αυτή, όπως υπο­χρεούται, κινδυνεύει να εκπέσει της ρύθμισης, εφόσον αποδειχθεί βάσιμη τυχούσα αίτηση έκπτωσης εκ μέρους οποιασδήποτε των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, τα περιουσιακά του στοιχεία (κρίσιμα εφόσον του αποφέρουν εισοδήματα αλλά, και, σε αρνητική περίπτω­ση, για τη διερεύνηση δυνατότητας εκποίησης τους). Τέλος θα πρέ­πει να περιλάβει στην αίτηση του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέ­τησης των οφειλών του, περιέχον ρυθμίσεις για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής  ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρε­σης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του. Πλέον των ανωτέ­ρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της αίτησης και ιδίως δεν απαιτείται α) η αναφορά των εισοδημάτων του αιτούντος οφειλέτη κατά το χρόνο ανάληψης των εισαγόμενων προς ρύθμιση χρεών του, τα οποία άλλωστε έκαστος οφειλέτης καθιστά γνωστά στους πιστωτές του, προσκομίζοντας δημόσια έγγραφα προς από­δειξη τους, κατά το χρόνο σύναψης των σχετικών δανειακών συμβά­σεων, οπότε είναι προαπαιτούμενος ο έλεγχος της πιστοληπτικής του ικανότητας, ιδίως εφόσον κατά κύριο λόγο οι εν λόγω πιστωτές είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, β) η αναλυτική περιγραφή των βιο­τικών αναγκών του οφειλέτη ή των προστατευόμενων μελών της οι­κογένειας του (ιδίως στην περίπτωση που δεν συντρέχουν λόγοι αυ­ξημένων εξόδων διαβίωσης εξαιτίας ασθενειών και εξαιτίας αυτών ιατρικών δαπανών που δεν καλύπτονται από ασφαλιστικούς οργανι­σμούς) αφού από την περιγραφή της οικογενειακής του κατάστασης δύναται να εκτιμηθεί το ύψος αυτών, γ) η παράθεση περιστατικών εξαιτίας των οποίων ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία εξό­φλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθόσον αρκεί η αναφορά ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Η συνδρομή η μη των προϋποθέσεων της μόνιμης αδυναμίας και της έλλειψης δόλου, είναι ζήτημα απόδειξης, του μεν οφειλέτη φέροντος το σχετικό βάρος, ο­σάκις παραστεί ανάγκη προς τούτο, ήτοι, επί σχετικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε, μετέχοντα στη διαδικασία της ρύθμισης, πιστω­τή, να αποδείξει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η σχέση της ρευστότη­τας του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον κύριο όγκο των οφειλών του [βλ. αναλυτικά Κλ. Ρούσσος, Υπερχρε­ωμένα φυσικά πρόσωπα - Δομή και λειτουργίας Ν. 3869/2010 Νομι­κή Βιβλιοθήκη υπό II 2 β' περί της απαιτούμενης σχέσεως οφειλών και ρευστότητας και ΕιρΑΘ 68/2011 Τ.Π. Νόμος)] του δε οιουδήπο­τε των πιστωτών του, να επικαλεστεί και να αποδείξει κατ' ένσταση την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν δόλια την περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία, δ) η αναφορά του χρόνου σύναψης των συμβάσεων δυνάμει των οποίων ελήφθησαν τα εισαγόμενα προς ρύθμιση δάνεια, αρκούσης της αναφοράς ότι αυτά ελήφθησαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης η ότι δεν υπάγονται στα εξαιρούμενα του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, δυνάμενου οιουδήποτε πιστωτή να επικαλεστεί και να αποδείξει το αντίθετο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση, ακριβές αντί­γραφο της οποίας, με τα ενσωματωμένα σ' αυτή έγγραφα, ήτοι: α) κατάσταση της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του και β) σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, με ορισμό δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αναφε­ρόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πρόσκληση να υπο­βάλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου εγγράφως τις παρατηρήσεις τους και να δηλώσουν αν συμφωνούν με το προτεινόμενο σχέδιο δι­ευθέτησης των οφειλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης, επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πιστωτές του κατ' άρθρο 5§1 Ν. 3869/2010 και 748 § 3 του ΚΠολΔ, ο αιτών κάτοικος Δράμας, επικαλούμενος αποτυχία του επιχειρηθέντος εξωδικαστικά συμβιβασμού, έλλειψη πτωχευτικής ικανό­τητας και χωρίς δόλο περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του, ζητά, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η οικογενειακή του κατάσταση, η κατάσταση της περιουσίας του και τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του, που εκθέτει αναλυτικά, την αποδοχή του σχεδίου διευ­θέτησης των οφειλών του και τη δικαστική του επικύρωση και, αν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός, τη δικαστική ρύθμιση της αποπληρωμής των χρεών του, με σκοπό την για πρώτη φορά απαλλαγή του από μέρος των χρεών του, με εξαίρεση από την εκποίηση του περιγρα­φόμενου ακινήτου του, που αποτελεί την κύρια κατοικία του.
Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η ένδικη αίτηση, εισάγε­ται αρμόδια καθ' ύλη και κατά τόπο στο παρόν Δικαστήριο, της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος, για να δικαστεί κατά την προκεί­μενη εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 3 του Ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), ενώ περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης (άρθρο 4 § 5) τα προβλεπόμενα από το νόμο 3869/2010 έγγραφα ήτοι: 1) οι στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία με αρ. πρωτ. 395γ/17.3.2014 και 116/25.2.2014 βεβαιώσεις της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου αντίστοιχα, ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αι­τούντος για ρύθμιση των χρεών του, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση των οφειλών του ή απορριπτική προγενέστερης αίτησης του για ουσιαστικούς λόγους (άρθρο 13 § 2 του Ν. 3869/2010), 2) η ε­μπροθέσμως (εντός της νόμιμης μηνιαίας προθεσμίας) κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, την 30.11.2012, από 30.10.2012 βεβαίωση του δικηγόρου Ροδόπης, δηλαδή προσώπου από αυτά που έχουν τη σχετική εξουσία από το νόμο, στην οποία δι­απιστώνεται η αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβα­σμού την 30.10.2012, ήτοι εντός του προηγηθέντος της κατάθεσης της αίτησης εξαμήνου (άρθρα 2§§1,2 και 5§2 του ν. 3869/2010), 3) τα συγκατατεθέντα με την αίτηση έγγραφα, ήτοι: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του ίδιου και της συ­ζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης ο­φειλών του (άρθρο 4 §§ 1 και 2 ν. 3869/2010), 4) η εμπροθέσμως, ήτοι την 30.11.2012 (εντός της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 5§2 του ν. 3869/2010 και σε έντυπο της με αρ. Ζ1-1398/20.12.2010 Κ.Υ.Α. Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/Φ.Ε.Κ. Β' 1/03.01.2011), κατατεθείσα, υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος για την ορθότητα και πληρότητα των παραπάνω καταστάσεων και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία (η οποία αν και φέρεται συνταχθείσα την 1.11.2012 δηλ. σε χρόνο προγενέστερο της αίτησης ωστόσο αφορά την ένδικη με αρ. έκθ. κατάθ. 249/2012 αίτηση κατά σχετική ρητή μνεία) και 5) τα εμπροθέ­σμως, ήτοι την 30.11.2012 (εντός της αυτής ως άνω μηνιαίας προθε­σμίας του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010), κατατεθέντα έγγραφα που έχει ο αιτών στη διάθεση του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματα του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους. Η αί­τηση παρίσταται επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα τα κατ' άρθρα 118 και 216 § 1 σε συνδυασμό με 741 του ΚΠολΔ και 4 §1 του Ν. 3869/ 2010 στοιχεία, απορριπτόμενων όλων των περί του αντιθέτου ισχυ­ρισμών των πιστωτών, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Οι μετέχοντες πιστωτές, αφού έλαβαν γνώση των εγγράφων του τηρουμένου στη Γραμματεία του παρόντος οικείου φακέλου, κατέθε­σαν εμπρόθεσμα (εντός της δίμηνης προθεσμίας), την 21.1.2013 (η­μέρα Δευτέρα) το « ………..», την 16.1.2013 το «……….» και την 14.1.2013 η «ΤΡΑΠΕΖΑ……..» έγγρα­φες παρατηρήσεις (άρθρα 4 §5 και 5 του Ν. 3869/2010), απαντώντας αρνητικά επί του συγκατατεθειμένου σχεδίου διευθέτησης οφειλών. Ενόψει των ανωτέρω, δεν επετεύχθη δικαστικός συμβιβασμός.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυ­τήν, πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανό­τητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμι­σης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρω­μής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 8 και 9 Ν. 3869/2010, όπως ισχύει, πλην του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί ο αιτών από το υπόλοιπο των οφειλών του, το οποίο θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις. Ειδικότερα κατά το άρθρο 11 § 1 του Ν.3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη-αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλ­λονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 4§ 1 του Ν.3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (άρθρο 11 § 1 του Ν.3869/2010) και επ' αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Άλλωστε εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 69 του ΚΠολΔ ώστε να θεωρηθεί ότι η πρόωρη δικαστική προστασία ζητεί­ται επιτρεπτώς. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου.
Την αίτηση του άρθρου 4 §1 του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή, δικαιούνται να υποβάλουν στον αρμόδιο δικαστήριο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, χωρίς δόλο (άρθρο 1§1). Κατά τη γραμ­ματική ερμηνεία της διάταξης, η αδυναμία εξόφλησης, συνεπώς και η έλλειψη δόλου σε τέτοια περιέλευση αδυναμίας, αναφέρεται στο μετά την ανάληψη του χρέους χρόνο, ώστε να αποκλείεται από την υπα­γωγή του στο νόμο -στην οποία υπαγωγή ίσως και ν' απέβλεψε περιερχόμενος σε υπερημερία- όποιος καθιστά οφειλές του ληξιπρόθε­σμες, παρότι έχει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των περιοδικών κα­ταβολών. Εξάλλου δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών μπορεί να προκύπτει όταν ο οφειλέτης δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείριση του προκειμένου επαρκώς να εξυπηρετήσει τα χρέη του, όταν ο οφειλέτης αποκρύπτοντας εισοδή­ματα, δεν ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του και αφήνει αυτές να κατα­στούν μη αντιμετωπίσιμες, όταν ο οφειλέτης προβαίνει σε καταδολιευτικές μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων είτε σε ευτελείς τι­μές, είτε με δωρεές είτε με γονικές παροχές είτε όταν κατασπαταλά τα εισοδήματα του σε τυχερά παίγνια, σε χαρτοπαιξία. Κατ' ορθή τε­λεολογική ερμηνεία, όμως, ο δόλος δεν αποκλείεται να προϋπάρχει της ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης, αφού κάποιος μπορεί να δημιουργήσει υπέρογκες οφειλές με συνεχή δανεισμό, παρότι γνωρί­ζει ότι θα βρίσκεται σε αδυναμία εξόφλησης τους κι επομένως νομί­μως προβάλλεται αντίστοιχη ένσταση από οποιοδήποτε πιστωτή, που βαρύνεται και με την απόδειξη της (βλ. Δημήτρη Μακρή, Κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν. 3869/ 2010 σελ. 36, 37 αντίθετ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλ­λες διατάξεις, έκδοση 2010, άρθρο 1 του ν. 3869/2010, §14, σ. 44, κατά τον οποίο, η ύπαρξη του δόλου ερευνάται κατά το μετά την α­νάληψη του χρέους διάστημα). Στη δόλια ανάληψη επισφαλούς υπο­χρέωσης εμπεριέχεται λογικά η πρόγνωση, εκ μέρους του οφειλέτη, της ανεπάρκειας των εισοδημάτων του προς εξόφληση των αναλαμ­βανομένων χρεών με ταυτόχρονη αδυναμία (εκ των πραγμάτων ή λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του οφειλέτη) αντίστοιχης γνώ­σης της επισφάλειας εκ μέρους των πιστωτών και τα στοιχεία αυτά απαιτούνται, με παράθεση αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών, για το ορισμένο της προβολής σχετικής ένστασης δόλου, όπως θα πρέπει να εξειδικεύονται τα στοιχεία επικαλούμενου δόλου περιέλευσης σε αδυναμία εξόφλησης και για το στάδιο μετά την ανάληψη του χρέους (κατά το συνδυασμό των άρθρων 741 και 262§1 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, επειδή δυσχερώς νοείται δολιότητα του οφειλέτη από μόνη την ανάληψη επισφαλούς δανειακής υποχρεώσεως προς πιστωτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι τα τελευταία, κατά το χρόνο υπο­βολής της σχετικής αίτησης και πριν την αποδοχή της, στην οποία (αποδοχή) δεν μπορούν να υποχρεωθούν από τον αιτούμενο το δά­νειο, έχουν τη δυνατότητα εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωση αποδοχών) να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του (σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα) ή την εν γένει οικονομική του συ­μπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), απαιτείται, ε­πιπλέον, ο δανειολήπτης να πέτυχε τη σύναψη δανειακής σύμβασης παραπλανώντας τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποι­ονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους, περιστατικά που βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο σχετικώς πιστωτικό ίδρυμα (βλ. και ΕιρΧαν 309/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕιρηνΚομοτ 1/2012 αδημ ).
Οι μετέχοντες πιστωτές, με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγό­ρων τους, που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα της παρούσας πρα­κτικά δημόσιας συνεδρίασης κι αναπτύχθηκαν στα έγγραφα σημειώ­ματα προτάσεων που κατέθεσαν, αρνούνται την αίτηση και ζητούν να απορριφθεί. Ειδικότερα το δεύτερο ισχυρίζεται ότι εξαιρούνται από τη ρύθμιση του Ν 3869/2010 οι απαιτήσεις του, κατά τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 και του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και θα πρέπει να απορριφθεί διότι, κατά την άποψη που το Δικαστήριο προκρίνει ως ορθή, οι διατάξεις του Ν. 3869/2010, αν και είναι γενικότερες σε σχέ­ση με αυτές του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 και του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, κατήργησαν σιωπηρά κάθε άλλη προηγούμενη διάτα­ξη, που ρυθμίζει τον τρόπο αποπληρωμής των δανείων, τα οποία δεν εξυπηρετούνται κανονικά, καθόσον με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 σκοπείται η ελάφρυνση των δανειοληπτών από την υπερ­χρέωση, μέσω της λήψης παντός είδους δανείων και η αποκατάστα­ση της παραγωγικής τους δυνατότητος, η οποία υποσκάπτεται από το βάρος των χρεών τους, έτσι ώστε η αποδυνάμωση των (ενοχικών) δικαιωμάτων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (και όχι η κα­τάργηση τους, καθόσον με τις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010 τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να ικανοποιηθούν συμμέτρως ή προ­νομιακά στην περίπτωση, που έχουν εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τους υπόλοιπους πιστωτές του οφειλέτη), να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, ενώ η προνομια­κή μεταχείριση των ανωτέρω πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των υπο­λοίπων πιστωτών, (ανωνύμων τραπεζικών εταιριών), με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις νόμου δεν είναι ανεκτή δικαιοπολιτικά, διότι ο νομοθέτης με το νόμο για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του οι χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές, (ιδιώτες και μη), επιπρόσθετα δε, στην περίπτωση, που ήθελε να εξαιρέσει του νόμου αυτού, τις οφει­λές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, θα το είχε πράξει ρητώς, όπως στην περιπέσω των οφειλών από τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, (άρθρο 1 § 2 περ. β' Ν. 3869/2010), οι οποίες, όπως και οι λοιπές οφειλές της ίδιας ως άνω διατάξεως, (εξαιρούμενες της ρυθμίσεως χρεών και απαλλαγής), προέρχονται από την άσκηση δημόσιας ε­ξουσίας ή από σχέσεις δημοσίου δικαίου, περιπτώσεις δηλαδή στις οποίες το φυσικό πρόσωπο έχει την ιδιότητα του διοικούμενου, (ο­φειλές από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, διοικητι­κά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, εισφορές προς οργανισμούς κοινω­νικής ασφαλίσεως) και όχι του ιδιώτη - αντισυμβαλλόμενου (πιστού-χου) κατά το άρθρο 361 ΑΚ, ενώ η ίδια ως άνω διάταξη νόμου δεν διαλαμβάνει τίποτε για οφειλές από δάνεια, που χορήγησαν ν.π.δ.δ., όπως είναι εν προκειμένω το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (βλ. και ΕιρΓυθ. 11/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω η πρώτη και η τρίτη αυτών ισχυρίζονται ότι α) δολίως περιήλθε ο αιτών σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, λαμβάνοντας δάνεια, δυσανάλογα προς τις οι­κονομικές του δυνατότητες και β) ο αιτών ασκεί το δικαίωμα του κα­ταχρηστικά, διότι με την ένδικη αίτηση διώκει, όχι την εκ του ν. 3869/2010 ρύθμιση των χρεών του αλλά στην ουσία την διαγραφή των οφειλών του. Με τους εν λόγω ισχυρισμούς επιχειρείται η έγερση των εκ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 και 281 ΑΚ ενστάσεων δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής και καταχρηστι­κής άσκησης του δικαιώματος του αντίστοιχα, οι οποίες θα πρέπει να απορριφθούν η μεν πρώτη ως αόριστη διότι, οι ενιστάμενες δεν παραθέτουν επιπροσθέτως, όπως όφειλαν σύμφωνα και με όσα στην ως άνω μείζονα σκέψη εκτίθενται, περιστατικά που να συνι­στούν πρόκληση, εκ μέρους του αιτούντος - οφειλέτη, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης του ως προς την οικονομική του κατάσταση και συμπεριφορά, η δε δεύτερη ως μη νόμιμη, καθό­σον η δικαστική ρύθμιση των χρεών του αιτούντος στα πλαίσια του Ν. 3869/2010, συνιστά μεν επέμβαση στις απαιτήσεις τους, όπως και στις απαιτήσεις των έτερων πιστωτριών και πιθανόν να επάγεται ε­παχθείς για όλες τις πιστώτριες συνέπειες, όμως οι εν λόγω απαιτή­σεις τους έχουν διαμορφωθεί, λόγω του ύψους των επιτοκίων που ισχύουν στο χώρο της καταναλωτικής πίστης, σε δυσανάλογα υψηλά εν σχέσει με το ύψος των δανείων ποσά, με συνέπεια την υπερχρέ­ωση του αιτούντος, η οποία καθιστά αναγκαία τη μείωση των χρεών του σε τέτοιο ύψος, ώστε να εξασφαλιστεί σ' αυτόν ένα ελάχιστο ε­πίπεδο διαβίωσης και η δυνατότητα επανένταξης του στην οικονομι­κή και κοινωνική δραστηριότητα, η οποία αποτελεί το σκοπό του νό­μου και εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, το οποίο υπερτερεί αυ­τού των πιστωτριών τραπεζών (βλ. σχετ. και ΕιρΠατρ 2/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδει­ξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά δημόσι­ας συνεδρίασης (οι μετέχοντες πιστωτές δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων) και τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεί­χτηκε ότι: Ο αιτών, ηλικίας 41 ετών, τυγχάνει έγγαμος με την …… και πατέρας δύο (2) ανηλίκων τέκνων του ….γεν­νηθέντος την 29.8.1998 και της …….γεννηθείσας την 27.11. 1999, τα οποία είναι μαθητές της Α' λυκείου και της Γ γυμνασίου α­ντίστοιχα. Είναι υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και συγκε­κριμένα εξωτερικός φρουρός ………….., όπου ενίοτε διαμένει σε κοιτώνα που του παρέχεται δωρεάν, ώστε να εξοικονομήσει τις δαπάνες καυσίμων του οχήματος του, ενώ η σύζυ­γος του είναι ιδιωτική υπάλληλος εργασθείσα μέχρι το έτος 2008 ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο, ακολούθως άνεργη και από το έτος 2011 κι εντεύθεν εργαζόμενη ως γραμματέας σε συμβολαιογρα­φείο. Τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος, προερχόμενα αποκλειστικά από την εργασία του, κατά το οικονομικό έτος 2010 α­νέρχονταν στο ποσό των (24.442,41 € :12=) 2.036,86€ , ακολούθως κατά το οικονομικό έτος 2011 μειώθηκαν στο ποσό των (22.395,94 € :12=) 1.866,32 €, κατά το οικονομικό έτος 2012 μειώθηκαν περαιτέ­ρω στο ποσό των (19.983,37 € :12=) 1665,28 και τέλος κατά το οικο­νομικό έτος 2013 μειώθηκαν περαιτέρω στο ποσό των (15.689,71 :12=) 1307,47 €, σήμερα δε οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρ­χονται στο ποσό των 1.121,67 €. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της συζύγου του ανέρχονται στο ποσό των 489,50 €. Άλλη πηγή εισοδη­μάτων δεν προκύπτει να έχει ο αιτών ούτε οι μετέχουσες πιστώτριες του ισχυρίζονται το αντίθετο, ενώ οι προοπτικές βελτίωσης της οικο­νομικής του κατάστασης είναι αβέβαιες, λόγω των δυσμενών οικονο­μικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, εξαιτίας των οποίων δεν αναμένεται αύξηση των μισθών, έχουν επιβληθεί επιπλέον άμεσοι και έμμεσοι φόροι και το κόστος διαβίωσης αυξάνεται, καθόσον οι τιμές των βασικών καταναλωτικών αγαθών και οι δαπάνες κατανάλωσης ρεύματος, ύδατος, πετρελαίου κλπ αυξάνονται συνεχώς. Προς ρύθ­μιση εισάγονται οι μη εξαιρούμενες, κατ' άρθρο 1 §2 του ν. 3869/2010, οφειλές του αιτούντος, προς τις μετέχουσες πιστώτριες, που παρατίθενται, κατά αιτία, πιστωτή κι επιμέρους κονδύλια, στη συνημμένη στην κρινόμενη αίτηση κατάσταση, με τη μορφή και το ύψος που τις εισφέρει ο αιτών - οφειλέτης, καθόσον δεν προκύπτει να αμφισβητούνται, ενώ δεν συνιστά αμφισβήτηση, την οποία οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, η τυχούσα εισφορά εκ μέρους των πιστω­τριών και η συμπλήρωση των εισαγομένων προς ρύθμιση ποσών με τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι και την παύση της τοκογονίας αυ­τών (έως την έκδοση οριστικής απόφασης οι απαιτήσεις των πιστω­τών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δι­καίωμα και την κοινοποίηση της ένδικης αίτησης οι λοιπές, κατ' άρ­θρο 6§3 του ν. 3869/ 2010), η οποία δεν ενδιαφέρει, ούτε και δύναται να ερευνηθεί στην προκείμενη φάση προσωρινής ρύθμισης (βλ. ΕιρηνΧαν 309/2011 και ΕιρηνΑθην 15/2011 ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκρι­μένα : 1) προς την πρώτη, ήτοι την τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…….», ειδική διάδοχο, (κατά τις διατάξεις του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……Τραπεζική Εταιρία» (ΦΕΚ Β 2856/17.12.2011) ως η επωνυμία αυτή είχε προέλθει από τη μετονομασία της πρώην «…….»: α) η από τη με αρ. 66006/2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 94.641,60 €, για την εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκες σε ακίνητο κυριότητας του αιτούντος κατά ποσοστό 50% εξαδιαιρέτου, όπως αυτό περιγράφεται κατωτέρω και αποτελεί την κύρια κατοικία του και β) η από τη χρήση της με αρ. 461298011167200 πιστωτικής κάρτας ύψους 1.319,30 € και συνολι­κά προς την ως άνω πιστώτρια οφειλές ύψους 95.960,90 € , 2) προς το δεύτερο, ΝΠΔΔ με την επωνυμία «……..» η από τη με αρ. 21/93483 σύμβαση δανείου μικροεπισκευών, ύψους 14.333,22 € και 3) προς την τρίτη μετέχουσα πι­στώτρια, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…..» και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..»ειδική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…….» ειδική διάδοχο, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία» (ΦΕΚ Β 2856/17.12.2011) ως η επωνυμία αυτή είχε προέλθει από τη μετονομασία της « …Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία»: α) η από τη χρήση της με αρ. 5335981058201761 πιστωτικής κάρτας ύψους 3.281,30 €, β) η από τη χρήση της με αρ. 5458650655106019 πιστωτικής κάρτας, ύψους 239,76 € και γ) η από τη με αρ. 66007/2008 σύμβαση στεγα­στικού δανείου ύψους 39.172,12 € για την εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκες σε ακίνητο κυριότητας του αιτού­ντος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, όπως αυτό περιγράφεται κα­τωτέρω και αποτελεί την κύρια κατοικία του και συνολικά προς την πιστώτρια αυτή οφειλές ύψους 42.693,18 €. Συνολικά δηλαδή ο* προς ρύθμιση εισαγόμενες οφειλές του αιτούντος ανέρχονται σε (95.960,90 + 14.333,22 + 42.693,18 =) 152.987,30 €. Ήδη από τον Ιούλιο του 2012, οπότε άρχισε να καταβάλει προσπάθειες επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού, με τη συνδρομή του αρμόδιου φορέα, ο αιτών, αντιμετώπιζε έλλειψη οικονομικής ρευστότητας και αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων δόσεων που είχε αναλάβει. Η αδυναμία του αυτή, κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (19.11.2012) είχε καταστεί μόνιμη, καθόσον με βάση τα ως άνω ει­σοδήματα του, λαμβανομένης υπόψη και της συνεισφοράς της συζύ­γου του με τα δικά της εισοδήματα, αδυνατούσε να εξοφλεί τα χρέη του και να διασφαλίζει ταυτόχρονα ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίω­σης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας του. Τα εισοδήματα του εξακολουθούν, και κατά το χρόνο συζήτησης της αί­τησης, να μην είναι επαρκή για την εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και θα πρέπει να χωρήσει δικαστική ρύθμιση αυτών, κα­τά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές, απευθείας στις μετέχουσες πιστώτριες, οι οποίες λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο αιτών δεν κατέβαλε από 14.6.2013 (οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4161/2013) και εντεύθεν οποιοδήποτε ποσό, θα ικανοποιηθούν από τα εισοδήματα του επί πενταετία, βάσει μηνιαίων δόσεων, και εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την πρώτη-μέρα του επομένου της κοινοποίησης προς αυτόν της πα­ρούσας μηνός. Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω εισοδημάτων του αιτούντος (1.121,67 €) συνυπολογιζόμενης της δυνατότητας συνει­σφοράς της συζύγου του βάσει των δικών της εισοδημάτων (489,50 €) και σταθμίζοντας αυτά με τις απολύτως αναγκαίες βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του, οι οποίες λαμβανομένων υπόψη των δαπανών μετακίνησης του από και προς την Κομοτηνή, όπου η εργασία του είναι αυξημένες κι ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.200 € κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να καθορισθεί στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, διανεμόμενο συμμέτρως μεταξύ των μετεχόντων πιστωτών, κατά την αναλογία των απαιτήσεων τους στο συνολικό χρέος, κατά τα εξής καταβλητέα ποσά μηνιαίως και συ­νολικά, κατά την πενταετία, σε καθεμία: α) στην πρώτη υπό ειδική εκ­καθάριση τελούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………….», δικαιούμενη πο­σοστό 62,70% ήτοι ποσό (300 χ 62,70% ) 188,10 €, θα καταβληθεί συνολικά ποσό (188,10 χ 60=) 11.286 € υπολειπομένου χρέους πο­σού (95960,90 - 11.286 =) 84.674,90 € β) στο δεύτερο ΝΠΔΔ «…….» δικαιούμενο ποσοστό 9,40%, ήτοι ποσό (300 χ 9,40%=) 28,20 €, θα καταβληθεί συνολικά ποσό (28,20 χ 60=) 1.692 € υπολειπομένου χρέους ποσού (14.333,22 - 1.692=) 12.641,22 € και γ) στην τρίτη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………. Α.Ε.» δικαι­ούμενη ποσοστό 27,90 %, ήτοι ποσό (300 χ 27,90%=) 83,70 €, θα καταβληθεί συνολικά ποσό (83,70 χ 60=) 5.022 € υπολειπομένου χρέους ποσού ( 42.693,18 - 5.022 =) 37.671,18 €.
Εφόσον με την κατά τα ως άνω ρύθμιση δια μηνιαίων καταβολών (συνολικού ποσού 300 χ 60 =) 18.000 € , δεν επέρχεται παρά μερική εξόφληση των οφειλών του και συγκεκριμένα απομένει υπόλοιπο χρεών (152.987,30 - 18.000 =) 134.987,30 €, ερευνητέα καθίσταται η δυνατότητα διάθεσης σ' αυτές ποσών από ρευστοποίηση περιουσια­κών στοιχείων του αιτούντος, κατ' άρθρο 9 του ν. 3869/2010. Στη ρευστοποιήσιμη περιουσία του αιτούντος περιλαμβάνεται α) η πλή­ρης κυριότητα ποσοστού 100% του με αρ. …….ΙΧΕ αυτοκινή­του, εργοστασίου κατασκευής….., τύπου…., 1781 cc, 12 φο­ρολογήσιμων ίππων, πρώτης κυκλοφορίας την 15.2.2005, αξίας κατά μεν το χρόνο κατάθεσης της αίτησης 6.000 € μειωθείσας ήδη σήμερα στο ποσό των 4.800 € και β) η πλήρης κυριότητα ενός μοτοποδηλά­του, τύπου σκούτερ, 50 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2007, α­γνώστων λοιπών στοιχείων (πινακίδων κυκλοφορίας και εργοστασίου κατασκευής), αξίας, μη αμφισβητούμενης από τις μετέχουσες πιστώ­τριες περίπου 250 €. Η πώληση των ανωτέρω οχημάτων, κρίνεται αβέβαιη από το Δικαστήριο, δεδομένης της σοβαρής κρίσης στην α­γορά αυτοκινήτων και δικύκλων και δη των μεταχειρισμένων, ελέγχε­ται όμως και ως απρόσφορη να εισφέρει ένα ικανό ποσό στη ρύθμι­ση για την ικανοποίηση των πιστωτριών κι επομένως δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 § 1 ν.3869/ 2010 εκποίηση αυτών. Εξάλλου η προσδοκία είσπραξης απαίτησης, ύψους 8.000 €, που αναφέρεται στην αίτηση και που ήδη εκκρεμεί στα πολιτικά δικαστήρια δεν ε­ντάσσεται στην περιουσία του αιτούντος οφειλέτη ώστε να αποτελέ­σει περιουσιακό στοιχείο υπό εκποίηση ή υπό εκμετάλλευση. Τέλος στην ρευστοποιήσιμη περιουσία του αιτούντος περιλαμβάνεται η πλήρης κυριότητα ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου μιας αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας και ειδικότερα του με αρ. εσωτ. αριθμ. …δια­μερίσματος, του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας πο­λυώροφης οικοδομής, κείμενης στην πόλη της Δράμας, ……………….εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομι­κού σχεδίου, καθαρού εμβαδού ……………………………………………………. Το ιδανικό αυτό μερίδιο, περιήλθε στον αιτούντα λόγω αγοράς δυνάμει του με αρ. …..συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δράμας …..που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δρά­μας στον τόμο 2798 ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με α.α. 289154 και ως πώληση με α.α. 289155. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 80.539,84 €. Το ακίνητο αυ­τό, είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οποίου η εκποίηση δύναται να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα, όμως αποτελεί την κύ­ρια κατοικία του αιτούντος και η αντικειμενική του αξία δεν υπερβαίνει το κατ' άρθρο 21 §2 του Ν. 3842/2010 όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας έγγαμου φορολογούμενου και πατέρα δύο τέκνων, όπως ο αιτών, πληρούνται δηλαδή οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εξαίρεση του από την εκποίηση. Δεδομένου δε ότι, ο αιτών υπέβαλε πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο αυτό, θα πρέπει να ρυθμιστεί η ικανοποίηση απαιτήσεων των μετεχόντων πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό, που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του, δηλαδή στο ποσό των [ (80.539,84 :2=) 40.269,92 χ 80%=] 32.215,93 €, υπολειπόμενο του συνόλου των οφειλομένων στους πιστωτές μετά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών με καταβολές. Οι απαιτήσεις των μετεχό­ντων πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο της κύριας κατοικίας του αιτούντος, θα ικανοποιηθούν προνομιακά κατά το νόμο από τις καταβολές του και η εξυπηρέτηση των οφειλών θα γίνει με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής και χωρίς ανατοκισμό, ενώ κάθε μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση είναι κα­ταβλητέα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός. Λαμβανο­μένης υπόψη της διάρκειας των συμβάσεων, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις καθώς και της ηλικίας του αιτούντος, ορί­ζεται περίοδος τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του συνόλου των οφει­λών δεκαπέντε (15) ετών, ενώ κρίνεται ότι πρέπει να προβλεφθεί και περίοδος χάριτος πέντε (5) ετών, αρχόμενη από της δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να ρυθμιστούν οι οφειλές του αιτούντος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8§6 του ν. 3869/2010.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ τις οφειλές του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές, προς τους μετέχοντες πιστωτές του επί μια πενταετία, κατά τα διαλαμβα­νόμενα, ως προς την έναρξη και το ποσό καταβολής προς εκάστη, στο σκεπτικό της παρούσας, ώστε να επέλθει η κατά νόμο απαλλαγή του.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης το περιγραφόμενο στο σκεπτικό της πα­ρούσας ιδανικό μερίδιο του αιτούντος στο ακίνητο, που αποτελεί την κύρια κατοικία του, υπό τον όρο ικανοποίησης των απαιτήσεων των μετεχόντων πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ο­γδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής του αξίας, όπως αυτή αποτιμήθηκε στο σκεπτικό της παρούσας (32^215,93 €), δια της εκ­καθαρίσεως που διατάσσεται να επιχειρηθεί, εντός τοκοχρεολυτικής περιόδου δεκαπέντε (15) ετών, κατά τα διαλαμβανόμενα, ως προς το επιτόκιο, την έναρξη της περιόδου και την προθεσμία εξόφλησης ε κάστης μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσης, στο σκεπτικό της παρού­σας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στη Δράμα, και δημοσιεύθηκε, κα­θαρογραμμένη σε πρωτότυπο και σε ηλεκτρονική μορφή από την Ει­ρηνοδίκη, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του, στις 26 Μαρτίου 2014 παρουσία της Γραμ­ματέα της έδρας, ………, ενώ απουσίαζαν ο αιτών, οι πιστωτές που μετείχαν στη δίκη και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
/


Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ