Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Διοικητικού Δικαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Διοικητικού Δικαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Χορήγηση αναστολής εκτέλεσης κατά Πράξης Επιβολής Προστίμου της ΕΥΠΕΑ - ΙΚΑ - 73/2016 απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής

Χορήγηση αναστολής εκτέλεσης κατά Πράξης Επιβολής Προστίμου της ΕΥΠΕΑ σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας.

Αριθμ. Απόφασης 73/2016

ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ 
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ 

Συνήλθε στις 13 Απριλίου 2016, στο γραφείο του Προέδρου του Δικαστηρίου, με δικαστή τον………., Πρωτοδίκη Δ.Δ. και χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα,
γ ι α να δικάσει την αίτηση αναστολής με ημερομηνία κατάθεσης 21.3.2016,
της ……………… του …………, κατοίκου …………………….,
κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ.)» που εκπροσωπείται, εν προκειμένω, από το Διευθυντή Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. -Ε.ΤΑ.Μ. Κομοτηνής.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, επιδιώκεται, μετά την καταβολή του νομίμου παραβόλου (βλ. το υπ' αριθμ. 4134798 σειράς Α' ειδικό έντυπο παραβόλου), η αναστολή εκτέλεσης της υπ' αριθμ. Μ29/16.2.2016 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (Ε.ΥΠ.Ε.Α.) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα πρόστιμο συνολικού ύψους 10.550,54 ευρώ, λόγω μη αναγραφής εργαζόμενης στον πίνακα προσωπικού (Ε4) της επιχείρησης (καφενείο με τεχνικά και μηχανικά παιχνίδια) που διατηρεί στον  …………………….Ν. Ροδόπης, καθώς και μη τήρησης του ως άνω πίνακα. Η κρινόμενη  αίτηση αναστολής ζητείται έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της ανωτέρω πράξης.
2. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - ΦΕΚ Α' 97) στο άρθρο 202, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α' 213), ορίζει ότι: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη, την οποία επικαλείται, προέρχεται από τα μέτρα αυτά. 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος...». Από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 34 του ν.3900/2010, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις διαφορών με  χρηματικό αντικείμενο δεν προβλέπεται πλέον η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης στο σύνολο της, λόγω της γενικώς επαπειλούμενης από την άμεση εκτέλεση της βλάβης του αιτούντα, αλλά μόνο η αναστολή εκτέλεσης της πράξης αυτής, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη νομοθεσία (π.χ. κατάσχεση κινητών, κατάσχεση ακινήτου) επί συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του (π.χ. πρώτη κατοικία, μονάδα παραγωγής, εμπορεύματα ή προϊόντα) ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της χρηματικής οφειλής, λόγω της αποδεδειγμένως προερχόμενης από τα μέτρα αυτά βλάβης του αιτούνται Αντίθετα, από τον συνδυασμό των διατάξεων της παραγράφου αυτής και της παραγράφου 1, προκύπτει ότι και επί διαφορών με χρηματικό αντικείμενο είναι δυνατή η καθ' ολοκληρίαν αποδοχή της αίτησης αναστολής, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. Περίπτωση δε πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμηση του (βλ. Ε.Α. Σ.τ.Ε. 496/2011).
3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. Μ29/16.2.2016 Πράξη Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (Ε.ΥΠ.Ε.Α.) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας καταλογίστηκε στην αιτούσα, η οποία διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο με τεχνικά και μηχανικά παιχνίδια) στον ......... Ν.Ροδόπης, πρόστιμο ύψους 10.550,54 ευρώ, βάσει του άρθρου 20 του ν. 4255/2014 (ΦΕΚ Α' 89) και της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. Φ11321/11115/802/2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 1551), διότι κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 15.2.2016 στην ως άνω επιχείρηση της, διαπιστώθηκε ότι αυτή δεν είχε αναγράψει στον πίνακα προσωπικού (Ε4) τη ......................με συνέπεια να κριθεί από τα ελεγκτικά όργανα του καθ' ου η αίτηση ότι απασχολείται σ' αυτήν, καθώς και ότι δεν τηρούσε τον ισχύοντα πίνακα προσωπικού (Ε4). Κατά της ως άνω πράξης, η αιτούσα άσκησε την υπ' αριθμ. ΠΡ81/18.3.2016 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί, ήδη δε με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης αυτής, άλλως την αναστολή της λήψης σε βάρος της μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και είσπραξης του επίδικου προστίμου. Συγκεκριμένα, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού τελεί σε πλήρη οικονομική αδυναμία να καταβάλει το πρόστιμο, καθώς είναι άγαμη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων και η επιχείρηση της έχει αυξημένες υποχρεώσεις (μίσθωμα καταστήματος, λειτουργικά έξοδα) και τα τελευταία οικονομικά έτη παρουσιάζει ζημίες(8.134,99 ευρώ το οικονομικό έτος 2015 και 2.203,67 το οικονομικό έτος 2014), ενώ έχει ρυθμίσει στη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής οφειλή ύψους 1.647,12 ευρώ Ι και οφείλει εισφορές στον Ο.ΓΑ για το έτος 2015 ύψους 581,16 ευρώ, με ληξιπρόθεσμο ποσό ύψους 425,58 ευρώ. Εξάλλου, η αιτούσα διατείνεται ότι, αν και δε διαθέτει κανένα ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, υπάρχει κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής είσπραξης τόσο σε βάρος του ΙΧΕ αυτοκινήτου της, που αποτελεί το μοναδικό μέσο μετακίνησης της και με αυτό εξυπηρετεί τις ανάγκες μετακίνησης των ανήλικων τέκνων της, όσο και σε βάρος του εξοπλισμού της επιχείρησης της, ο οποίος αποτελείται από έξι τραπέζια, συνολικής αξίας 89,99 ευρώ, είκοσι οκτώ καρέκλες, συνολικής αξίας 419,94 ευρώ, δέκα σκαμπώ, συνολικής αξίας149,98 ευρώ, δύο τεμάχια τσόχα στρογγυλή, συνολικής αξίας 60 ευρώ, ένα ψυγείο επαγγελματικό, αξίας 250 ευρώ, ένας καταψύκτης επαγγελματικός, αξίας 150 ευρώ, μία τηλεόραση, αξίας 234,82 ευρώ, ένα κλιματιστικό, αξίας 470,82 ευρώ, ένα κλιματιστικό, αξίας 171,10 ευρώ, είκοσι καρέκλες, αξίας 952 ευρώ, οκτώ καρέκλες, αξίας 357 ευρώ, τρία καπάκια τραπεζιού βέγγε, αξίας 124,95 ευρώ και τρία καπάκια τραπεζιού βέγγε τύπου Φ70, αξίας 124,95 ευρώ (συνολική αξία 3.555,55 ευρώ) και είναι απαραίτητος για την επαγγελματική της δραστηριότητα, η οποία, σε περίπτωση κατάσχεσης του, θα έπρεπε να διακοπεί. Περαιτέρω, η αιτούσα προβάλει με την ασκηθείσα προσφυγή της ότι το ως άνω άτομο που βρέθηκε στην επιχείρηση κατά την ημέρα του ελέγχου δεν εργάζονταν σ' αυτήν, αλλά ήταν απλή θαμώνας του καταστήματος, η δε προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, της αρχής της αναλογικότητας και της προστατευόμενης από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. περιουσίας της. Προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών της, η αιτούσα προσκομίζει, μεταξύ άλλων, α) αντίγραφα των Πράξεων Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου φορολογικού έτους 2014 (οικονομικού έτους 2015) και οικονομικού έτους 2014, από τις οποίες προκύπτει ότι το συνολικό δηλωθέν εισόδημα της για το οικονομικό έτος 2015 ανέρχονταν στο ποσό των 0,18 ευρώ, ενώ το οικονομικό έτος 2014 ήταν μηδενικό, καθώς και της κατάστασης οικονομικών στοιχείων από επαγγελματική δραστηριότητα (Ε3) οικονομικού έτους 20^^^^^^ μηχανογραφικού δελτίου οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων επιτηδευματιών οικονομικού έτους 2014, από τα οποία προκύπτει ότι η ζημίας) της επιχείρησης της για το οικονομικό έτος 2015 ανέρχονταν στο ποσό των 8.134,99 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 2.203,67 ευρώ, β) εκτυπωμένη σελίδα του TaxisNet, από την οποία προκύπτει ότι έχει υποβάλλει σε ρύθμιση φορολογικές της οφειλές ύψους 1.647,12 ευρώ (ημερομηνία ρύθμισης 4.5.2015), η οποία Λήγει στις 31.8.2016, γ) αντίγραφο ειδοποίησης του Ο.ΓΑ προς την αιτούσα να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές της οφειλές ύψους 425,58 ευρώ έως τις 30.11.2015, δ) το υπ' αριθμ. 2692/4.3.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Μαρώνειας - Σαπών, από το οποίο προκύπτει ότι είναι άγαμη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ε) αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του με αριθμό κυκλοφορίας ΚΟΚ ....... ιδιωτικού επιβατικού οχήματος της, μάρκας OPEL ASTRA, 1364 κυβικών και στ) αντίγραφα των τιμολογίων με τα οποία αγοράσθηκε ο προαναφερόμενος εξοπλισμός της επιχείρησης.
4. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του ποσού των 10.550,54 ευρώ, το οποίο η αιτούσα καλείται να καταβάλει άμεσα και είναι ιδιαίτερα μεγάλο σε σχέση με το ετήσιο εισόδημα της, σε συνδυασμό με την οικογενειακή της κατάσταση (άγαμη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων) και το γεγονός ότι η ατομική της επιχείρηση παρουσίασε ζημίες τα οικονομικά έτη 2015 (φορολογικό έτος 2014) και 2014, καθώς και το ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνεπάγεται, σε περίπτωση μη πληρωμής του επιβληθέντος προστίμου, τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ιδιωτικού επιβατικού της οχήματος και του εξοπλισμού της επιχείρησης της, ενώ στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχει κάποιος επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος που να αποκλείει τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, η δε ασκηθείσα από αυτήν προσφυγή δεν παρίσταται προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, κρίνει ότι πρέπει να ανασταλεί η  εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης επιβολής προστίμου, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής της αιτούσας σε βάρος: α) του με αριθμό κυκλοφορίας ΚΟΚ ...... επιβατικού οχήματος της, μάρκας OPEL ASTRA, 1364 κυβικών και β) του εξοπλισμού της επιχείρησης της.
5. Επειδή, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμ. Μ29/16.2.2016 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (Ε.ΥΠ.Ε.Α.) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής της αιτούσας σε βάρος του με αριθμό κυκλοφορίας ΚΟΚ ...... επιβατικού οχήματος της, μάρκας OPEL ASTRA, 1364 κυβικών και του εξοπλισμού της επιχείρησης της, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της υπ' αριθμ. ΠΡ81/18.3.2016 προσφυγής που έχει ασκηθεί κατ' αυτής. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί μέρος του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 70 ευρώ, στην αιτούσα, σύμφωνα με το άρθρο 277 παρ. 9 εδ. γ' του Κ.Δ.Δ. και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, κατ' άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Δ.Δ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση της υπ' αριθμ. Μ29/16.2.2016 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (Ε.ΥΠ.Ε.Α.) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής της αιτούσας σε βάρος: α) του με αριθμό κυκλοφορίας ΚΟΚ ....... επιβατικού οχήματος της, μάρκας OPEL ASTRA, 1364 κυβικών και β) του εξοπλισμού της επιχείρησης της.
Διατάσσει την απόδοση στην αιτούσα μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού εβδομήντα (70) ευρώ.
               Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

                Η απόφαση εκδόθηκε στην Κομοτηνή στις 30.6.2016.
                                         Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ 



 

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης Πράξης Επιβολής Προστίμου ΙΚΑ - Μονομ. Διοικ. Πρωτοδικείο Κομοτηνής

   Σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης Πράξης Επιβολής Προστίμου ΙΚΑ μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής . Η προσωρινή διαταγή χορηγήθηκε ως προς το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη μέτρων εκτέλεσης σε βάρος του εξοπλισμού του καταστήματος της αιτούσας καθώς το άρθρο 202§2 ΚΔΔ έχει διαμορφωθεί σήμερα έτσι ώστε σε φορολογικές , τελωνειακές και διαφορές με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο να μπορεί να χορηγήσει ανατολή εκτέλεσης κατά το μέρος μόνο  που συνεπάγεται τη λήψη συγκεκριμένων  μέτρων εκτέλεσης,  τα οποία πρέπει να εκθέτει ο αιτών και να αποδεικνύει ότι η επικαλούμενη βλάβη θα επέλθει από τα μέτρα αυτά.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ  ΚΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ



ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Ο Πρωτοδίκης Δ.Δ. του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής....................., έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 204 αρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει,

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ

Την αναστολή εκτέλεσης της υπ' αριθμ. Μ29/16.2.2016 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (Ε.ΥΠ.Ε.Α.) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα .............. του .......... πρόστιμο συνολικού ύψους 10.550,54 ευρώ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 21.3.2016 αίτησης αναστολής που άσκησε αυτή κατά της ως άνω πράξης και η οποία κατατέθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό κατάθεσης ΑΝ22/21.3.2016 και εκκρεμεί προς εκδίκαση, κατά' το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής της αιτούσας σε βάρος του εξοπλισμού της επιχείρησης της (καφενείο - ψητοπωλείο), η οποία βρίσκεται στον ........... Ν. Ροδόπης .


Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Χορήγηση κατ' εξαίρεσιν αναστολής εκτέλεσης σε μετάθεση στελέχους σωμάτων ασφαλείας - κρίση ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση πρόκλησης σοβαρής και δυσεπανόρθωτης βλάβης από την εκτέλεση (απόφαση 9/2016 Δ. Εφ. Κομοτηνής )

Με την υπ' αριθμ. 9/2016 απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής,  σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας , χορήγησε αναστολή εκτέλεσης σε μετάθεση στελέχους σωμάτων ασφαλείας , κατ' εξαίρεσιν , διότι πιθανολογήθηκε οτι από την εκτέλεση θα υποστεί σοβαρή και δυσεπανόρθωτη βλάβη προστατευόμενο μέλος της οικογένειάς του λόγω σοβαρότατων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει.  Τα διοικητικά δικαστήρια είναι ιδιαίτερα φειδωλά στη χορήγηση αναστολών εκτέλεσης μεταθέσεων στελεχών ενόπλων δυνάμεων αλλά και γενικά δημοσίων υπαλλήλων  διότι συνδέονται άμεσα με υπηρεσιακές ανάγκες,  οι οποίες όμως δύναται να παρακαμφθούν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις , όπως η κρινόμενη. 


Αριθμός απόφασης 9/2016

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΌΣ 

ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ 

Με μέλη τους: ……………………., Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, ………… και ……………, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων,
συνήλθε στις 16 Δεκεμβρίου 2015, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να αποφασίσει σχετικά με την από 13-11-2015 αίτηση αναστολής.
Του ……………… του ………….. κατοίκου ......................

Κατά του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.

Αντίγραφο της αίτησης αναστολής κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με την από 13-11-2015 πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου, στον παραπάνω Υπουργό και στον Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος, ο οποίος διαβίβασε το φάκελο και τις απόψεις της Διοίκησης για την υπόθεση.
Υστερα από αυτά, το Δικαστήριο, ως συμβούλιο, αφού άκουσε την εισηγήτρια της υπόθεσης, Εφέτη Δ.Δ., …………………………, που εξέθεσε τα ζητήματα που προκύπτουν και ανέπτυξε τη γνώμη της γι' αυτά, μελέτησε τη δικογραφία, καθώς και τις σχετικές διατάξεις,

αποφασίζει τα εξής:
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. τα 4134620 και 4134621/13-11-2015 ειδικά έντυπα Δημοσίου σειράς Α'), επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης, α) της με αρ. πρωτ. 2411.1/8136/2015/30-7-2015 διαταγής του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος, με την οποία ο αιτών, ........... Λ.Σ. ειδικότητας .........., μετατέθηκε από το Κεντρικό Λιμεναρχείο ………….στο Λιμεναρχείο ……….. σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ……….. πρακτικό του Συμβουλίου Τοποθετήσεων-Μεταθέσεων (Γ'στάδιο) προς κάλυψη επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών και β) της με αρ. πρωτ.
2411.1/280061/12-10-2015 απόφασης του ίδιου Αρχηγού, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αιτούντος και επικυρώθηκε η διαταγή μετάθεσης του, με ημερομηνία) εκτέλεσης τις 19-10-2015. Κατά των πράξεων αυτών έχει ασκηθεί αίτηση ακύρωσης (με αριθμ. κατ/σης 95/13-11-2015), για την οποία δεν έχει οριστεί ακόμη δικάσιμος.
2. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α' 8), όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 35 του ν.2721/1999 (ΦΕΚ Α'112 ), οι οποίες εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 4 του ν. 702 /1977 (ΦΕΚ Α' 268) και επί των ακυρωτικών διαφορών που δικάζονται από τα διοικητικά εφετεία, το δικαστήριο, στο οποίο ασκήθηκε η αίτηση ακύρωσης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης, μπορεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία εκδίδεται σε Συμβούλιο, να διατάξει με αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση ακύρωσης την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, όταν η άμεση εκτέλεση αυτής θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης. Το Δικαστήριο, όμως, μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν, κατά τη στάθμιση της     βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνει ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Εάν εκτιμάται ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντιθέτως, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμα και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν εκτιμάται ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
3.     Επειδή, εξάλλου, οι διοικητικές πράξεις που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δημόσιων υπαλλήλων συνάπτονται αμέσως προς την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και, ως εκ τούτου, λόγοι δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση τους. Συνεπώς, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται σε αναστολή εκτέλεσης, εκτός εάν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εκτιμάται ότι η άμεση εκτέλεση τους πρόκειται να επιφέρει στον υπάλληλο σοβαρή και δυσεπανόρθωτη βλάβη. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατό να χορηγηθεί, κατ' εξαίρεση, αναστολή εκτέλεσης μετά από συνεκτίμηση των αναγκών της υπηρεσίας (βλ. ενδ. Ε.Α. ΣτΕ 751/2011, 185/2004, 510/2001, 376/2000, 162, 572/1999, 19, 470/1996, κ.α.).
4.       Επειδή, με την από 25-11-2015 πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου
χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης των προσβαλλόμενων
πράξεων, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κρινόμενης αίτησης αναστολής, συμφώνα με την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 52 του π.δ. 18/1989.


 5-. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ/τος 33/2009 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος» (ΦΕΚ Α'50), όπως οι παρ. 5,6 και 7 αυτού αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 2 του π.δ. 97/2012, ΦΕΚ ΑΊ56), «Κατά την έννοια του παρόντος: 1)...3) "Μέλη οικογένειας": είναι ο/η σύζυγος, τα άγαμα παιδιά..., τα ανίκανα για εργασία, λόγω νόσου ή αναπηρίας, άγαμα παιδιά... καθώς και ο γονέας που πάσχει από ανίατη νόσο, ανικανότητα ή αναπηρία, σε ποσοστό τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και αποτελεί, αποδεδειγμένα, προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του υπηρετούντος στο Λ.Σ....5) "Κενές θέσεις": είναι οι οργανικές θέσεις οι οποίες: (α)... (δ) προκύπτουν λόγω συμπλήρωσης... συνεχούς οκταετούς τουλάχιστον παραμονής των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. στον τόπο επιλογής τους, (ε)...». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ανωτέρω π.δ/τος, για την εφαρμογή των διατάξεων του λαμβάνονται υπόψη κριτήρια αντικειμενικά, που αφορούν το χρόνο υπηρεσίας και την οικογενειακή κατάσταση του στελέχους του Λιμενικού Σώματος, κριτήρια υπηρεσιακά, που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών και κριτήρια κοινωνικά, μεταξύ των οποίων α) οι λόγοι υγείας ή οι σπουδές του στελέχους του Λ.Σ. ή μέλους της οικογενείας του, εφόσον αποδεικνύονται προσηκόντως, β) άλλα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει το στέλεχος του Λ.Σ. ή μέλος της οικογενείας του, εφόσον αποδεικνύονται προσηκόντως, γ)... δ) η δηλωθείσα προτίμηση του ενδιαφερόμενου, εφόσον σχετίζεται με την εξυπηρέτηση σοβαρής προσωπικής ή οικογενειακής του ανάγκης κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Περαιτέρω, στο άρθρο 9 αυτού ορίζεται ότι: «Τακτικές Μεταθέσεις. 1.... 2. Οι τακτικές μεταθέσεις των στελεχών του Λ.Σ., μέχρι και το βαθμό του Αντιπλοιάρχου, διενεργούνται, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων σε κεντρικές και περιφερειακές υπηρεσίες, υποχρεωτικά, μετά τη συμπλήρωση: α)...γ)... Η προτεραιότητα για την ικανοποίηση των υποβληθέντων αιτημάτων καθορίζεται από τον αριθμό των μορίων (μονάδων) που συγκεντρώνει το στέλεχος του Λ.Σ. για κάθε μήνα από την κατάταξη του, με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 αντικειμενικά κριτήρια.... 3. Η αρμόδια υπηρεσία επεξεργάζεται τις αιτήσεις και καταρτίζει Πίνακες Μεταθέσεων για εισήγηση στο Συμβούλιο Μεταθέσεων, με βάση τον αριθμό των μορίων των αντικειμενικών κριτηρίων που συγκεντρώνει το κάθε στέλεχος...», στο άρθρο 12 ορίζεται ότι: «Διαδικασία μεταθέσεων εσωτερικού. 1. Το Δεκέμβριο κάθε έτους, τα στελέχη του Λ.Σ., τα οποία συμπληρώνουν, κατά το επόμενο έτος, τον απαιτούμενο κατά περίπτωση ανώτατο χρόνο παραμονής, ανάλογα με την έδρα της Λιμενικής Αρχής ή υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν, δηλώνουν υποχρεωτικά εάν επιθυμούν ή όχι να παραμείνουν στην υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. 2. Τον Ιανουάριο κάθε έτους, με απόφαση του Αρχηγού Λιμενικού Σώματος ανακοινώνονται οι πίνακες των μορίων όλου του προσωπικού Λ.Σ....4. Η υπηρεσία με βάση τον αριθμό των μορίων των αντικειμενικών κριτηρίων που συγκεντρώνει ο κάθε ενδιαφερόμενος, επεξεργάζεται τις αιτήσεις και καταρτίζει Πίνακες Μεταθέσεων, τους οποίους εισάγει στα αρμόδια Συμβούλια Μεταθέσεων. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων εκδίδουν και ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους............. ». Εξάλλου, στο άρθρο 13, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 του π.δ. 97/2012, ορίζεται ότι: «1....γ) Τοποθετήσεις και μεταθέσεις λοιπών Ανωτέρων, Κατωτέρων Αξιωματικών, Ανθυπασπιστών, Υπαξιωματικών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και Λιμενοφυλάκων σε οποιαδήποτε θέση, αποφασίζονται από το Συμβούλιο Τοποθετήσεων-Μεταθέσεων... 2. Οι αιτήσεις ακύρωσης, τροποποίησης, αναστολής των τοποθετήσεων και μεταθέσεων που αποφασίζει το Συμβούλιο Τοποθετήσεων - Μεταθέσεων εξετάζονται από το Συμβούλιο Εξέτασης των Προσφυγών...» και στο άρθρο 14, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 του π.δ. 97/2012, ότι: «1. Η διαταγή μεταθέσεως κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο... Κάθε μετατιθέμενος, δικαιούται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών που αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης, να υποβάλει ιεραρχικά στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ, άπαξ, αίτηση ακύρωσης, τροποποίησης, ή αναστολής της διαταχθείσας μετάθεσης. 2...».

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, ................... Λιμενικού Σώματος ειδικότητας ...................., προερχόμενος από τη Σχολή Λιμενοφυλάκων τοποθετήθηκε αρχικά στο………………, όπου υπηρέτησε από ,,,,,,,,,, έως ........ στη συνέχεια, στις ........ μετατέθηκε στο Υπολιμεναρχείο …………….όπου υπηρέτησε έως .........., τέλος δε, στις .........., μετατέθηκε στο Κεντρικό Λιμεναρχείο …………όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα. Ενόψει διενέργειας των τακτικών μεταθέσεων έτους 2015, ο αιτών, ο οποίος είχε συμπληρώσει κατά τον παραπάνω χρόνο ,,,, έτη συνεχούς υπηρεσίας στον τόπο επιλογής του, υπέβαλε στην Υπηρεσία του την από ,,,,,,,,,,,,, μη υπηρεσιακή αναφορά, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμεί να παραμείνει στον τόπο υπηρεσίας του και να μη μετατεθεί, γιατί έχει αναλάβει την αποκλειστική φροντίδα και προστασία ,,,,........ του λόγω μόνιμης αναπηρίας και ............... Με τη με αρ. πρωτ. 2411.1/8136/2015/30-7-2015 διαταγή του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής, η οποία επιδόθηκε στον ίδιο τον αιτούντα στις 31-7-2015, διατάχθηκε η μετάθεση του στο Λιμεναρχείο ………. σύμφωνα με το 4/2015 πρακτικό του Συμβουλίου Μεταθέσεων, το οποίο συγκροτήθηκε για τη διενέργεια των τακτικών μεταθέσεων έτους 2015 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 33/2009. Ειδικότερα, το εν λόγω Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη, σε πρώτο στάδιο, τη δήλωση προτίμησης του αιτούντος (1η επιλογή το Κ.Λ. ……, 2π επιλογή η 2η Περιφερειακή Διοίκηση Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής στην …..και 3η επιλογή το Ναυτοδικείο …….) και σε δεύτερο στάδιο άλλες εναλλακτικές υπηρεσίες (Λιμεναρχεία ………..), τον αριθμό μορίων που συγκέντρωνε (6939 μόρια) και τους πίνακες κενών θέσεων που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 του π.δ. 33/2009, στη συνεδρίαση της 15-7-2015, κατά την οποία εξετάστηκαν οι μεταθέσεις σε τρίτο στάδιο, αποφάσισε τη μετάθεση του αιτούντος στο Λιμεναρχείο ……, δηλαδή σε τόπο μη προτίμησης του, προς κάλυψη επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών. Κατά της ανωτέρω διαταγής μετάθεσης του ο αιτών άσκησε εμπροθέσμως την από .......... (ενδικοφανή) προσφυγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η μετάθεση του στο Λιμεναρχείο ……θα του προκαλέσει σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, που αφορά τη ……………………., η οποία είναι ανάπηρη, ........................................καθώς και σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, γιατί ο ίδιος βαρύνεται με την αποπληρωμή στεγαστικού δανείου. Ειδικότερα προέβαλε ότι η μητέρα του κρίθηκε ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 67% ........................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................εξαιτίας δε των παθήσεων της αυτών χρειάζεται συνεχή φροντίδα άλλου ατόμου, την οποία της παρέχει ο αιτών που είναι άγαμος και του οποίου αποτελεί προστατευόμενο μέλος. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκόμισε στην υπηρεσία του την ………….απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ι.Κ.Α. ……………..βεβαίωση του Τμήματος Μητρώου Συνταξιούχων του Ο.Γ.Α, τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του πατέρα του, την από ................... ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου-επίκουρου καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ……… , νέο αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του για το φορολογικό έτος 2014,  στην οποία δηλώνεται ως προστατευόμενο μέλος ........, καθώς και σχετική θεωρημένη υπεύθυνη δήλωση της ίδιας. Η προσφυγή του αυτή εξετάστηκε από το Συμβούλιο Προσφυγών και απορρίφθηκε, με το 4/2015 πρακτικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 33/2009 μετά από συνεκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, κατόπιν δε εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. 2411.1/280061/12-10-2015 απόφαση του ίδιου Αρχηγού Λ.Σ., με την οποία επικυρώθηκε η διαταγή μετάθεσης του. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων του Αρχηγού του Λ.Σ.-ΕΛΛ.ΑΚΤ, ο αιτών άσκησε αίτηση ακύρωσης στο παρόν Δικαστήριο, καθώς και την κρινόμενη αίτηση αναστολής.
7.   Επειδή, με την αίτηση αναστολής προβάλλεται ότι σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του αιτούντος, που αποτελεί η μητέρα του, και ως εκ τούτου συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν την παραμονή του στην ……………….και την αναστολή της μετάθεσης του στην…., όπου η μητέρα του δεν θα μπορεί να παρακολουθείται τακτικώς από ιατρούς του ......... Γενικού Νοσοκομείου ……………..και ιδιώτες ιατρούς της ίδιας πόλης. Ειδικότερα, υποστηρίζει ο αιτών ότι εξαιτίας της σωματικής αναπηρίας της η μητέρα του, γεννηθείσα το έτος ...........και ηλικίας.................... ετών σήμερα, παρουσιάζει πλέον σοβαρή δυσχέρεια βάδισης, βρίσκεται σχεδόν μόνιμα κατακεκλιμένη και κινείται μόνο με υποβοήθηση (χρήση τετράποδης βακτηρίας, βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από 21-9-2015 θεωρημένη από τον Ιατρικό Σύλλογο .................γνωμάτευση του ειδικού νευρολόγου ιατρού ………..Π.Ν. ), σε συνδυασμό δε με την κατάθλιψη από την οποία πάσχει, είναι ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί και να επιμεληθεί των υποθέσεων της.
Ως εκ τούτου, ο αιτών από κοινού με την  ……….. υπέβαλαν την από 23-10-2015 αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...................... για τη θέση της μητέρας τους σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (αρθρ. 1666 επ.), με την οποία ζήτησαν να διοριστεί ως προσωρινός και οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής ο αιτών, ως πλέον κατάλληλος για το ρόλο αυτό. Τούτο γιατί η αδελφή του είναι επιφορτισμένη με τη φροντίδα της δικής της οικογένειας, καθώς τα δύο ενήλικα τέκνα της (γεννηθέντα τα έτη ...... και ......... διαμένουν μαζί της, ο σύζυγος της είναι σχεδόν τυφλός από τον αριστερό οφθαλμό και η επιχείρηση ............που διατηρούν παρουσιάζει ζημίες (βλ. προσκομιζόμενα πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της αδελφής, ιατρική γνωμάτευση χειρούργου οφθαλμολόγου για το σύζυγο της και οικείο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014). Ήδη δε, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης προσκομίστηκε η 318/24-11-2015 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία η ……………. υποβλήθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, διορίστηκε δε, μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης αυτής, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης ο υιός της ………………… (αιτών) και μετά την τελεσιδικία της οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης, ως κατάλληλο πρόσωπο που κατοικεί μαζί της, τη φροντίζει και αντιλαμβάνεται πλήρως τις ανάγκες της, ο οποίος θα είναι επιφορτισμένος με την επιμέλεια της και τη διαχείριση της περιουσίας της, ενώ η …………….(θυγατέρα) διορίστηκε μεταξύ των μελών του εποπτικού συμβουλίου. Εξάλλου, με την έκθεση απόψεων του καθ' ου επί της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ότι η αναπηρία της μητέρας του αιτούντος πιστοποιείται μόνο από μία επίσημη ιατρική γνωμάτευση χρονολογούμενη το έτος 1982, χωρίς έκτοτε ο αιτών να έχει μεριμνήσει για την επικαιροποίηση των ιατρικών στοιχείων και κυρίως χωρίς να έχει προσκομίσει στην υπηρεσία του γνωμάτευση από το αρμόδιο κατά το άρθρο 6 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει, Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), καθώς μόλις την 1-10-2015 υπέβαλε αίτηση για την εκ νέου εξέταση της μητέρας του από υγειονομική επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. (βλ. προσκομιζόμενη από τον αιτούντα). Επισημαίνεται επίσης στην ίδια έκθεση απόψεων ότι στο αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, που υπέβαλε ο αιτών με την ανωτέρω από 30-6-2015 αναφορά παραπόνων του, δεν αναφέρει ως προστατευόμενο μέλος τη μητέρα του, αλλά μόλις με την από 7-8-2015 προσφυγή του κατά της διαταγής μετάθεσης του προσκόμισε αντίγραφο φορολογικής δήλωσης ίδιου έτους που υποβλήθηκε ηλεκτρονικά, στην οποία εμφανίζει ως προστατευόμενο μέλος τη μητέρα. Αναφέρεται δε ακόμη στην έκθεση απόψεων της Υπηρεσίας ότι, εφόσον πιστοποιηθεί από ΚΕ.Π.Α. ότι το πρόβλημα υγείας της μητέρας του αιτούντος είναι μόνιμης φύσης και υψηλής επικινδυνότητας, τότε αυτός, προσκομίζοντας επικαιροποιημένα ιατρικά παραστατικά, δύναται να ενταχθεί είτε στις διατάξεις του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. α') του π.δ. 33/1999 περί έκτακτων μεταθέσεων, είτε στις διατάξεις του άρθρου 20 (παρ. 2 περ. α') περί αποσπάσεων.
8. Επειδή, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αντίρρηση της Υπηρεσίας του αιτούντος αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της μητέρας του και την αδυναμία της να αυτοεξυπηρετείται, ως λόγου που δικαιολογεί την αναστολή της μετάθεσης του, συνδέεται μόνο με τη μη προσκόμιση από αυτόν επικαιροποιημένων ιατρικών στοιχείων προερχόμενων από τον αρμόδιο φορέα. Όμως, η μόνιμη αναπηρία της μητέρας του σε ποσοστό 67% εφόρου ζωής της, προκύπτει ήδη από την προαναφερθείσα 58/4-2-1982 γνωμάτευση της Α.Υ.Ε. ΙΚΑ ....................................., η κρίση της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει ανατραπεί. Αρκεί δε, στο παρόν στάδιο παροχής προσωρινής προστασίας, το αρμοδίως πιστοποιημένο ποσοστό αυτό  αναπηρίας, σε συνδυασμό με τη νεότερη φορολογική δήλωση του αιτούντος, για να πιθανολογηθεί ότι η μητέρα αποτελεί προστατευόμενο μέλος αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 33/2009, που παρατέθηκαν. Περαιτέρω, από τα νεότερα ιατρικά στοιχεία, δηλαδή τις προσκομιζόμενες- θεωρημένες από τον οικείο Ιατρικό Σύλλογο- γνωματεύσεις ιδιωτών γιατρών, πιθανολογείται η αδυναμία της να μετακινείται αυτόνομα, χωρίς υποβοήθηση, καθώς και να επιμελείται των υποθέσεων της εξαιτίας της κατάθλιψης. Τα ιατρικά αυτά στοιχεία, εξάλλου, λήφθηκαν υπόψη από το Μονομελές Πρωτοδικείο ................................κατά την έκδοση της 318/2015 απόφασης περί θέσης της μητέρας του αιτούντος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Εξάλλου, από το σκεπτικό της απόφασης αυτής προκύπτει ότι ...................................................................................................................................................................................................................... Ως εκ τούτου, θα ήταν δύσκολο σε άτομο προχωρημένης ηλικίας  και τέτοιας κατάστασης υγείας να προσαρμοστεί σε άλλο περιβάλλον, δηλαδή είτε στην κατοικία της αδελφής του αιτούντος, στο οποίο συγκατοικούν άλλα τέσσερα άτομα, είτε στην ……… - τόπο μετάθεσης αυτού. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα και σε συνδυασμό με το ότι οι ανάγκες της Υπηρεσίας δεν προσδιορίζονται επαρκώς στη διαταγή μετάθεσης (δηλονότι η νήσος ……..δεν ανήκει στο συγκρότημα νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, όπου, κατά τα διαλαμβανόμενα, υφίσταται ανάγκη στελέχωσης του εκεί Λιμεναρχείου λόγω αθρόας εισροής μεταναστών), συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε Συμβούλιο, εξαιρετική περίπτωση χορήγησης της αιτούμενης αναστολής.
9. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αποδοθεί στον αιτούντα το παράβολο που κατέβαλε. Κατ' εκτίμηση των περιστάσεων που συντρέχουν, όμως, το καθ' ου πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική του δαπάνη του αιτούντος (άρθρ. 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που εφαρμόζεται αναλογικά, κατ' άρθρο 4 του ν. 702/1977, ΦΕΚ Α'268).
       ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αίτηση.

Αναστέλλει την εκτέλεση της με αρ. πρωτ. 2411.1/280061/12-10-2015 απόφασης του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος, με την οποία απορρίφθηκε (ενδικοφανής) προσφυγή του αιτούντος κατά της με αρ. πρωτ. 2411.1/8136/2015/30-7-2015 διαταγής του ίδιου Αρχηγού περί μετάθεσης του αιτούντος στην………., μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακύρωσης.
Απαλλάσσει το καθ' ου από τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και εκδόθηκε στην Κομοτηνή, στις 22 Ιανουαρίου 2016.


                                                          Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ  

  

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Δ.ΕΦ.ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ - ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΜΕΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ ΣΩΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

Σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας , χορηγήθηκε σε στέλεχος Λιμενικού Σώματος προσωρινή διαταγή με την οποία διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης μετάθεσης - που εκδόθηκε μετά την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής- μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής, η οποία θα συζητηθεί την 16-12-2015. Σημειωτέον ότι φύλλο πορείας επρόκειτο να χορηγηθεί στις 30-11-2015. Με την εν λόγω προσωρινή διαταγή όμως δεν θα εκτελεστεί η μετάθεση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής. 
Η προσωρινή διαταγή τίθεται με σφραγίδα στο πίσω μέρος της αιτήσεως αναστολής και κοινοποιείται με το δικόγραφο στον αρμόδιο υπουργό έτσι ώστε να μην εκτελεστεί η διαταγή.


Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Καταστήματα : Δέσμευση διοικητικών δικαστηρίων από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΔΕφΑθ 72/2013)

     Με την παρατιθέμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών , ως ακυρωτικού δικάζοντος, νομολογήθηκε οτι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, κατά παρέκκλιση από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 5§2 ΚΔΔ , διότι εν προκειμένω η αθώωση του ιδιοκτήτη καταστήματος από τις παραβάσεις της αγορανομικής νομοθεσίας οδηγεί στην μη επιβολή της διοικητικής κύρωσης της σφράγισης του καταστήματός του καθώς προϋπόθεση επιβολής της σφράγισης είναι η τέλεση από τον ίδιο τριών παραβάσεων της αγορανομικής νομοθεσίας.

Επειδή στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του π.δ. 180/1979 (ΦΕΚ 46Α) , όπως η περιπτ. α’ αυτής ισχύει τελικώς μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 3 του π.δ. 257/2001 (ΦΕΚ 184 Α) , ορίζεται ότι «Η Αρχή που χορηγεί την άδεια λειτουργίας των κέντρων διασκεδάσεως και καταστημάτων που αναφέρονται στην §1 του άρθρου 1 του παρόντος , καθώς και των λοιπών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος , στα οποία σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά Υγειονομικές Διατάξεις προσφέρονται οινο­πνευματώδη ποτά για άμεση εντός αυτών κατανάλωση, αφαιρεί με απόφαση της τη χορηγηθείσα άδεια και σφραγίζει το κατά­στημα για χρονικό διάστημα δέκα (10) μέχρι εξήντα (60) ημερών, εφόσον: α. Βεβαιώθηκαν από αστυνομικούς ή άλλα αρμόδια όργανα τρεις (3) συνολικά παραβάσεις, εντός έτους, των διατάξεων του άρθρου 4 του παρό­ντος, των υγειονομικών διατάξεων που καθορίζουν μέτρα προστασίας της Δημό­σιας Υγείας από θορύβους μουσικής των κέντρων διασκέδασης και των λοιπών κατα­στημάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την κοινή ησυχία, τη λειτουργία μουσικής χωρίς άδεια, την παρα­βίαση των όρων και προϋποθέσεων της κατεχόμενης άδειας λειτουργίας μουσικής και το ωράριο λειτουργίας του καταστήμα­τος ή β ...». Εξάλλου, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999) ορίζει στο άρθρο5 ότι: «1.... 2.Τα δικαστήρια δεσμεύ­ονται, επίσης, από τις αποφάσεις των πολι­τικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν, έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστι­κές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη ...». Όπως έχει παγίως κριθεί (ΣτΕ 1223/2005, 1715/2003, 3161/2001 κ.ά.). Από το συνδυασμό διατά­ξεων αυτών προκύπτει ότι όταν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει την διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστη­ρίου, λόγω της αυτοτέλειας των διαδικασιών, υποχρεούται, όμως, να την εκτιμήσει για τη διαμόρφωση της κρίσης του.
Επειδή η κατά τα ανωτέρω προσωρινή αφαίρεση της άδειας λειτουργίας κέντρου διασκέδασης ή καταστήματος για δέκα έως εξήντα ημέρες δεν έχει το χαρακτήρα ποινής επιβαλλόμενης για την τέλεση ποινικού αδικήματος αλλά αποτελεί διοι­κητική κύρωση, υπαγορευόμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 4454/1995, 1746/1994, 1644/1985). Εξάλ­λου, η τυχόν απαλλαγή ή αθώωση στην ποινική διαδικασία από τη βεβαιωθείσα παράβαση για αντικειμενική ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών μπορεί να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει τη διαφορά που γεννήθηκε από την επιβολή της κατά τα παραπάνω διοικη­τικής κύρωσης, ως λόγος που ανατρέπει την αιτιολογική βάση της κύρωσης αυτής (πρβλ ΣτΕ. 4454/1995, 1381/1995, 1212/1994). Προκειμένου να είναι τούτο δυνατό, πρέπει σε κάθε περίπτωση να προκύπτει από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ότι ο κάτοχος της άδειας λειτουργίας του καταστήματος απαλλάχθηκε ή αθωώθηκε από την ποινική κατηγορία για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν τα πραγματικά περιστα­τικά που συγκροτούν την  υπόσταση του ποινικού αδικήματος. Η προβολή του σχετικού λόγου ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, πρέπει να γίνεται από τον κάτοχο της άδειας του καταστήματος, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης αυτού.  Επειδή, με την προσφυγή της η εφεσίβλητη εταιρία υποστήριξε, μεταξύ άλλων,  ότι μη νόμιμα διατάχθηκε η ανωτέρω σφράγιση, καθόσον για τις δύο διαπιστωθείσες παραβάσεις αθωώθηκε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο και συνε πώς, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση της ένδικης απόφα σης, που απαιτούσε την τέλεση εντός έτους, τριών παραβάσεων από τις  αναφερόμενες στην περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος. Προς απόδειξη των  ισχυρισμών τους προσκόμισε  α) φωτοαντίγραφο ακριβούς αποσπάσματος της υπ' αριθ. 6562/2005 απόφασης του  Πταισματοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ομόρρυθμος εταίρος, συνδιαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ΓΜ, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας ότι «στις 21-2-2004 και  ώρα 1.00' κατελήφθη στην οδό Α 4, ως ιδιοκτήτης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, εστιατόριο, να έχει θέσει σε λειτουργία στερεοφωνικό συγκρότημα άνευ αδείας μουσικών οργάνων αρμόδιας αρχής κατά παράβαση ΑΔ 3/96….» και β) φωτοαντίγραφο ακριβούς αποσπάσματος της υπ'αριθ. 9086/2005 απόφασης του Πταισματοδικείου Αθηνών, με την οποία ο Γ.Μ. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας ότι  «στις 21.4.2004 και ώρα 22.00 κατελήφθη  στην οδό Α. 4 ως νόμιμος εκπρόσωπος καταστήματος Αναψυκτήριο με την επωνυμία Α. να έχει θέσει σε λειτουργία  στερεοφωνικό συγκρότημα άνευ αδείας μουσικών οργάνων αρμοδίας αρχής, δηλαδή παράβαση ΑΔ 3/1996 ...».
Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις πιο πάνω δύο (2) αθωωτικές αποφάσεις του ποινικού δικαστηρίου, ο ομόρρυθμος εταίρος ΓΜ οποίος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης εταιρίας, (στο όνομα της οποίας και είχε εκδοθεί η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ) και συνιδιοκτήτης του ένδικου καταστήματος, απαλλάχθηκε των κατηγοριών  για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν τα πραγματικά περιστατικά (θέση σε λειτουργία στερεοφωνικού συγκροτήματος χωρίς άδεια της αρμόδιας δημοτικής αρχής στις 21.2.2004 και 21.4.2004), δηλαδή βεβαιώ­νεται η ανυπαρξία των πραγματικών περι­στατικών που στοιχειοθετούν τις επίμαχες δύο παραβάσεις, το Δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην μείζονα σκέψη, κρίνει ότι η εφεσίβλητη εταιρία δεν υπέπεσε στις παραβάσεις αυτές. Κατά συνέπεια, εφόσον, εξέλιπαν οι, κατ' άρθρο 2 § 2 περίπτ. α' του π.δ. 180/1979 προϋπο­θέσεις (βεβαίωση τριών παραβάσεων), για την έκδοση της ένδικης πράξης, αυτή είναι ακυρωτέα, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση.


Πηγή: Διοικητική Δίκη (Τεύχος 5ο , 2013) 





Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Δ.Εφετείο Κομοτηνής - Χορήγηση εννεάμηνης άδειας ανατροφής τέκνου σε μητέρα εκπαιδευτικό, έπειτα από απόρριψη του αρχικού αιτήματος από τη Διοίκηση

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 528/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής – ως ακυρωτικού δικάζοντος , έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης μητέρας εκπαιδευτικού κατά απορριπτικής απόφασης της Διοίκησης, με την οποία η τελευταία απέρριπτε το αίτημα της μητέρας για απόληψη εννεάμηνης άδειας ανατροφής του τρίτου τέκνου της , με την αιτιολογία ότι, επειδή στο μεταξύ αυτή απέκτησε νέο τέκνο, δεν γίνεται να κάνει σωρευτική χρήση των δύο αδειών.
Το Δικαστήριο όμως κάνοντας ορθή ερμηνεία των διατάξεων, έκρινε ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της Διοίκησης , να αναπεμφθεί η υπόθεση σε αυτήν και να χoρηγηθεί η αιτούμενη άδεια στη μητέρα εκπαιδευτικό.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε την 23-10-2013 και μόλις καθαρογραφεί θα αναρτηθεί στο blog

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Αντισυνταγματικός κρίθηκε ο Ν. 4014/2011 για την τακτοποίηση αυθαιρέτων από την Ολομέλεια του ΣτΕ

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) με την υπ΄ αριθμ. 3341/2013 απόφασή της έκρινε αντισυνταγματική την τακτοποίηση των αυθαιρέτων νέας γενιάς με «πάγωμα» της κατεδάφισής τους για 30 χρόνια (αφού καταβληθεί το σχετικό πρόστιμο), όπως επίσης έκρινε αντισυνταγματικό στο σύνολό του το νόμο 4014/2011 για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, την δημιουργία του «Πράσινου Ταμείου», κ.λπ. Επίσης, κατά το πρόσφατο παρελθόν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει αντισυνταγματική την παλαιότερη προσπάθεια (παλαιό νομοθετικό πλαίσιο) νομιμοποίησης των αυθαιρέτων. 
Ειδικότερα, η Ολομέλεια των συμβούλων της Επικρατείας έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο Ν 4014/2011 είναι αντίθετος στο άρθρο 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος που προστατεύει το περιβάλλον, τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, το οικιστικό περιβάλλον, κ.λπ. 
Συγκεκριμένα, οι δικαστές έκριναν ότι οι ρυθμίσεις του επίμαχου άρθρου 24 του νόμου 4014/2011 έχουν ως συνέπεια «να ανατρέπεται και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή αυτή επέρχεται με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση του αρμοδίου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις στο χώρο που την περιβάλλει, δηλαδή τη συνολική επιβάρυνση της περιοχής».
Ακόμη, επισημαίνουν οι δικαστές ότι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις που δημιουργούνται από το Ν 4014/2011 δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη ότι το ειδικό πρόστιμό που επιβάλλεται για το «πάγωμα» της κατεδάφισής τους περιέρχεται στο «Πράσινο Ταμείο». Και αυτό γιατί, μόνο το 25% των πόρων του «Πράσινου Ταμείου» διατίθενται «αποκλειστικά για τις λειτουργικές του ανάγκες και την εκπλήρωση των σκοπών του», ενώ για το υπόλοιπο ποσοστό μπορεί με υπουργικές αποφάσεις να περιέλθει «στο κρατικό προϋπολογισμό, προδήλως εν όψει της οικονομικής κρίσης της χώρας».
Εξάλλου, συνεχίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, «οι εισπρακτικοί και λοιποί σκοποί δεν θα ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν λόγο δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούν τη θέσπιση ρυθμίσεων με ευρύτερες συνέπειες σε βάρος του περιβάλλοντος όπως είναι οι ρυθμίσεις» του επίμαχου νόμου. Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχαν προσφύγει κάτοικοι του Αμαρουσίου Αττικής, της Φθιώτιδος, Θεσπρωτίας, κ.λπ. επικαλούμενοι, μεταξύ των άλλων, ότι θίγονται με τον αντισυνταγματικό Ν. 4014/2011 που προβλέπει την διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαιρέτων και την επιβολή ειδικού προστίμου υπέρ του «Πράσινου Ταμείου». 
Ακόμη, ζητούσαν την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων που καθορίζουν τις διαδικασίες είσπραξης και απόδοσης του ειδικού παραβόλου-προστίμου στο «Πράσινο Ταμείο», προσδιορίζουν τον τρόπο υποβολής των απαραίτητων δικαιολογητικών και εγγράφων, κ.λπ.

Πηγή : epixeirisi.gr



Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

1685/2013 Ολομέλεια ΣτΕ - Συνταγματικότητα άρθρου 18 Ν. 3758/2009 περί επιβολής έκτακτης εισφοράς

 
 

  Με την υπ' αριθμ. 1685/2013 απόφασή του (Ολομέλεια),  το ΣτΕ έκρινε συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 18 Ν. 3758/2009 περί έκτακτης εισφοράς , καθορίζοντας την τύχη όλων των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα αυτό. Η απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3900/2010 καθώς με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ,  θα καθορίσει την τύχη και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν προς επίλυση ενώπιον των τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς .     
          Παρατίθεται το πλήρες κείμενο της απόφασης .

Αριθμός 1685/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ.Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ιω. Σύμπλης, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Ι.Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση:
του …… … ……, κατοίκου ... ….. Αττικής(…….), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Μέντη (Α.Μ.16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και κατά των παρεμβαινόντων: 1) .. …. …, κατοίκου Αθηνών ( ….  …..  …- …), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ.  ….) και 2)  ….. ….  …., κατοίκου .. .. Αττικής (….  … ..), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Κ. Σαμαρτζή (Α.Μ. 10895), που τον διόρισε στο ακροατήριο. Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 693/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1123/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ο Εισηγητής, Σύμβουλος Ι. Γράβαρης, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πρώτο παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον πληρεξούσιο του δεύτερου παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους υπέρ της αποδοχής της αίτησης, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 
κ α ι  Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο
1.     Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την 693/2011 απόφαση του Β΄ Τμήματος.  2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση επ’ ακροατηρίου, αλλ’ απεχώρησε στις 30.6.2011 αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, ο δε Σύμβουλος Β. Αραβαντινός, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, έλαβε μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος. (Άρθρο 26 ν. 3719/2012, Α΄241, βλ.2/2009 απόφ. Ολομ. εν συμβ. και 208Α/2012 πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου.). 3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1113126 και 1113127/2010, σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου). 4. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1123/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η 18440/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του 2961/30.6.2009 εκκαθαριστικού σημειώματος του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας …., με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος του έκτακτη εισφορά 10.000 ευρώ κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί το εκκαθαριστικό σημείωμα, και είχε διαταχθεί η επιστροφή της καταβληθείσης ως άνω εισφοράς. 5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως ίσχυε κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (6.8. 2010) μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2του ν. 2721/1999 (Α΄112) και την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), και προτού αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213, ισχύς για καταθέσεις από 1.1.2011), «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράνταχιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) […] β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. […]». 6. Επειδή, εν προκειμένω, το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, ανερχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπολείπεται του κατωτάτου ορίου των 40.000 ευρώ που τάσσεται με την ανωτέρω διάταξη για το κατ’ αρχήν παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει αυτού, ο αιτών προβάλλει με συγκεκριμένους, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, ισχυρισμούς που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι, μεταξύ άλλων, συντρέχει, κατά τη διάταξη αυτή, περίπτωση «σπουδαίου νομικού ζητήματος», ως εκ του οποίου δικαιολογείται, κατ’ εξαίρεση, η άσκηση της αιτήσεως. Από την εκτίμηση των ισχυρισμών αυτών και των στοιχείων στα οποία αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά του οικείου εκκαθαριστικού σημειώματος (ανωτ. σκέψη 4), αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με βάση τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη εισφορά, από άποψη ιδίως αντικειμένου και αναδρομικότητας της φορολογίας (άρθρο 78 παρ. 1 και 2 Συντ.), φοροδοτικής ικανότητας, καθολικότητας του φόρου και φορολογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), προέβαλε δε επίσης παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Αντεπίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενεργώντας κατ’ εντολή του Γενικού Επιτρόπου, ζήτησε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, εν όψει του ότι είχαν ήδη κατατεθεί πολλές ανάλογες προσφυγές, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου μιας εξ αυτών, ως «πρότυπης δίκης» κατά το εδάφιο θ του άρθρου 29 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3659/2008 (Α΄77), «ώστε μετά την αμετάκλητο επίλυση του ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, να ακολουθήσει ο προσδιορισμός […] για τις λοιπές της αυτής κατηγορίας υποθέσεις […], στις οποίες τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα […]». Κατόπιν αυτού, ορίσθηκε για την προσφυγή του αιτούντος σύντομη δικάσιμος και εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι οι περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς ως άνω διατάξεις του ν. 3758/2009, έχοντας ως αντικείμενο το εισόδημα του έτους 2007, επιβάλλουν αναδρομικά φόρο κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση,κατά τα προεκτεθέντα, εξαφανίσθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3758 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 ούτε το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Και, ακόμα, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επαναφέρει, ως λόγους αναιρέσεως, τους περί αντισυνταγματικότητας ως άνω ισχυρισμούς του. Εξ άλλου, για την επίδικη εισφορά δεν υπάρχει ακόμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τίθεται πράγματι με την κρινόμενη αίτηση «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 εδ. β του π. δ. 18/1989, όπως βασίμως, κατά τ’ ανωτέρω, προβάλλει ο αιτών, χωρίς, άλλωστε, να το αμφισβητεί το Δημόσιο, και, επομένως, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, ασκείται η εν λόγω αίτηση παρά το υπολειπόμενο του νομίμου ορίου αντικείμενό της. 7. Επειδή, η αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς. 8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67) ορίζονται τα ακόλουθα: «α. Σε δίκη ενώπιον […] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας […], στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται θέμα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα […] τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι […]. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. […].». Βάσει των διατάξεων αυτών παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, παρεμβαίνουν εν προκειμένω ενώπιον της Ολομελείας οι …… ….. και ….. ………, επικαλούμενοι εκκρεμείς προσφυγές τους στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, κατά εκκαθαριστικών σημειωμάτων με τα οποία τους επιβλήθηκε, όπως και στον αιτούντα, έκτακτη εισφορά κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Από τους ισχυρισμούς τους όμως – περί ανισχύρου της εν λόγω εισφοράς- είναι ακουστοί μόνον όσοι αναφέρονται στα ζητήματα εκείνα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί, κατά τ’ ανωτέρω, από τον αναιρεσείοντα - και εν συνεχεία από την παραπεμπτική απόφαση όχι δε και εκείνοι που επεκτείνονται σε άλλα (πρβλ. και ΣτΕ, Ολομ., 1213/2010 κ.ά.). 9. Επειδή, στο άρθρο 78 του Συντάγματος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος» και στην παράγραφο 2 ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.». 10. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 18 του ν. 3758/2009 («Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», Α΄68/5.5.2009), υπό τον τίτλο «Έκτακτη Οικονομική Εισφορά», ορίζονται τα εξής: 1.α. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α΄). β. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008 εφόσον αυτό είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €) και άνω. γ. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. 2. Η έκτακτη εφάπαξ εισφορά καθορίζεται στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €) για ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα από εξήντα χιλιάδες ένα ευρώ (60.001 €) έως ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για εισόδημα από ογδόντα χιλιάδες ένα ευρώ (80.001 €) έως εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €), στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα ευρώ (100.001 €) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €), στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) για εισόδημα από εκατόν πενήντα χιλιάδες ένα ευρώ (150.001 €) έως τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) για εισόδημα από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (300.001 €) έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000 €), στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) για εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (500.001 €) έως εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (700.000 €), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) για εισόδημα από εφτακόσιες χιλιάδες ένα (700.001 €) έως εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ (900.000 €) και στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000 €) για εισόδημα άνω των εννιακοσίων χιλιάδων ένα ευρώ (900.001 €). 3.α. Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. β. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. γ. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1. δ. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 68, 69, 70, 71, 74, 75, 84 και 85 του Κ.Φ.Ε., καθώς και του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την επιβολή αυτής της εισφοράς, επιφυλασσομένων όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. Η εισφορά που προκύπτει μετά από έλεγχο που διενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να επιβάλλεται και με το οικείο φύλλο ελέγχου της φορολογίας εισοδήματος. 4.α. Η εισφορά που επιβάλλεται με αυτόν το νόμο καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις […] β. Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. […]». 11. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά, επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών τής οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο, σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια - υψηλών πράγματι (άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας τού εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1317, 1318/1979, Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984, επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986), η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008, ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ότι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο ΦΕΚ Α΄ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων, για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν – ευλόγως - από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, το εν λόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο ούτε αντίθετο με την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας και δεν αντίκειται, συνεπώς, στο Σύνταγμα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Αραβαντινός, Θ Αραβάνης, Δ, Μακρής, Μ. Πικραμένος και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Β. Κίντζιου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Με τις παρατεθείσες ανωτέρω (σκέψη 10) διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Χωρίς, σημειωτέον, από την απαγόρευση αυτή να χωρούν παρεκκλίσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. (Βλ. γνώμη πλειοψηφίας στη σκέψη 7 της ανωτέρω 693/2011 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος). Εξ άλλου, κατά την έννοια της αυτής συνταγματικής διατάξεως, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων, 209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995, επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ. Βλ. επίσης την ανωτ. 693/2011). Κατόπιν αυτών, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ευθέως ότι η προβλεπόμενη με αυτήν έκτακτη εισφορά «επιβάλλεται στο εισόδημα των φυσικών προσώπων» (και των σχολαζουσών κληρονομιών) και ότι για τον υπολογισμό της «λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα […] των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή,όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο ουδόλως μεταβάλλεται αν το εν λόγω εισόδημα του 2007, αντί να χαρακτηρισθεί αντικείμενο (όπως πράγματι είναι) της επίδικης εισφοράς, θεωρηθεί, κατά τ’ ανωτέρω, ως «κριτήριο» για την επιβάρυνση με αυτήν των οικονομικώς ευρωστοτέρων. Γιατί, το Σύνταγμα, καθορίζοντας, κατά τα προεκτεθέντα, περιοριστικά, στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, τα στοιχεία που μπορεί να στηρίξουν την επιβολή φόρου, μεταξύ των οποίων και το εισόδημα, αποβλέπει στα στοιχεία αυτά ακριβώς ως κριτήρια διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ.) απαγορεύοντας όμως, απολύτως, κατά την παράγραφο 2, την αναδρομική, πέραν του έτους, χρησιμοποίησή τους. 12. Επειδή, στο άρθρο 79 (παρ. 1 - 4) του Συντάγματος ρυθμίζονται τα της ψηφίσεως του ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να αναγράφονται σ’ αυτόν όλα τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην καλή δημοσιονομική διαχείριση (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.), δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα) δημόσια βάρη, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την προμνημονευθείσα συνταγματική διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 78. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφισητου νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, εν όψει της γνώμης την οποία υποστήριξε στο προηγούμενο ζήτημα (ότι, δηλαδή, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς επί εισοδημάτων του ημερολογιακού έτους 2007), διετύπωσε την άποψη ότι, ακριβώς συνεπεία της αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η επιβολή της εν λόγω μη προϋπολογισθείσης έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με την ως άνω δοθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 79 του Συντάγματος, αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου αυτού. 13. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991, 444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.). 14. Επειδή, η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη, κατά τ’ ανωτέρω (σκέψη 10), με το ν. 3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει, πάντως, τα όρια της κατά την προηγούμενη σκέψη ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Γράβαρη και Β. Αραβαντινού, και της Παρέδρου Β. Κίντζιου, ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης, οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει, διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758, ώστε η φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου, «έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές), κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη ελάφρυνση των φυσικών προσώπων.  15. Επειδή, στο πλαίσιο της ως άνω, κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται «ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995, επταμ.). Εξ άλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός περί άνισης φορολόγησης του εισοδήματός του εντός του οικείου κλιμακίου, λόγω φθίνουσας προοδευτικότητας του φόρου, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, συνιστάμενος στο μερικότερο τούτο ζήτημα της επίδικης περιπτώσεως, προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα που αυτός κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος.  16. Επειδή, όπως προελέχθη, (σκέψη 10), σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 περ. β και γ του ν. 3758/2009, αντικείμενο της επίδικης εισφοράς αποτελεί το «συνολικό καθαρό εισόδημα» των δηλώσεων οικονομικού έτους 2008, «φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», εξαιρέσει των εισοδημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. (Πρόκειται, αντιστοίχως, για την αυτοτελή φορολόγηση αποζημιώσεων στο πλαίσιο μισθωτών υπηρεσιών και την απαλλαγή ορισμένων εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, στην επίδικη εισφορά, πλην των συγκεκριμένων ως άνω εξαιρέσεων, υπόκειται κάθε έσοδο που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, άρα και οι «αυτοτελώς φορολογούμενες ειδικές περιπτώσεις» των άρθρων 11 κ.επ. αυτού. Συνεπώς, ισχυρισμός που είχε προβάλει ο αιτών με την προσφυγή του ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στην εισφορά «ποσό 55.720,13 ευρώ που αφορά αυτοτελώς φορολ. ποσά», χωρίς να διευκρινίζει ειδικότερα τη φύση των εν λόγω ποσών, δεν ήταν ουσιώδης και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα δεν ελήφθη υπ’ όψη από το διοικητικό εφετείο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ομοίως, παράπονα της κρινόμενης αίτησης σχετικά με τον ενιαίο τρόπο εμφανίσεως στις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφ’ ενός μεν των αυτοτελώς φορολογουμένων εσόδων των υπαγομένων στην εισφορά, αφ’ ετέρου δε των κατά τ’ ανωτέρω εξαιρουμένων από αυτήν, έτσι ώστε τα τελευταία να μη διακρίνονται και να υπόκεινται, ως μη έδει, σε εισφορά, προβάλλονται άνευεννόμου συμφέροντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι στα ένδικα εισοδήματά του περιλαμβάνονται και τέτοια εξαιρούμενα της εισφοράς έσοδα. Εξ άλλου, το ότι τα υποκείμενα στην εισφορά ως άνω αυτοτελώς φορολογούμενα έσοδα δηλώνονταν, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, προαιρετικώς στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν άγει, από πλευράς επιβολής της επίδικης εισφοράς, σε άνιση ευνοϊκή μεταχείριση όσων δεν προέβησαν σεσχετική δήλωση, αφού και στους τελευταίους, πάντως, «βεβαιώνεται οίκοθεν» η εισφορά κατόπιν ελέγχου (παρ. 3 περ. α, β και δ ανωτ. άρθρου 18 ν. 3758). Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.  17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων. (Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως, απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος, άλλωστε, που με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η υποχρέωση προηγουμένης ακροάσεως επιβαλλόταν ειδικότερα από την, κατά τον αιτούντα, ανάγκη να διευκρινισθεί ποιά από τα δηλωθέντα ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα ήσαν από εκείνα που απαλλάσσονται από την επίδικη εισφορά (βλ. προηγούμενη σκέψη), ο λόγος είναι, πάντως, απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε δηλώσει εν προκειμένω τέτοια απαλλασσόμενα της εισφοράς εισοδήματα.  18. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πιο πάνω παρεμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους.
Δ ι ά  τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις των … και … … . Επιβάλλει συμμέτρως στον αιτούντα και τους παρεμβαίνοντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013.

    Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                            Η Γραμματέας



      Φ. Αρναούτογλου                                   Μ. Παπασαράντη