Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Νομολογία - Προσβολή προσωπικότητας ανηλίκων

ΑΠ 1646/2011 (Τμ. Α1΄)

Προσβολή της προσωπικότητας ανηλίκων με την προβολή, χωρίς τη συναίνεση των γονέων τους, της εικόνας τους. Η προβολή της εικόνας ανηλίκων για χρονικό διάστημα τριών δευτερολέπτων χωρίς αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά συνιστά προσβολή.

 

Πρόεδρος: Β. Φούκας, Αρεοπαγίτης
Εισηγητής: Β. Φούκας, Αρεοπαγίτης στη θέση του κωλυόμενου, Χ. Παπαηλιού, Αρεοπαγίτη
Δικηγόροι: Ν. Σαργιαννίδης, Σ. Καζαντζίδης
Διατάξεις: άρθρο 559 ΚΠολΔ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων και ο προβλεπόμενος στον αριθμό 11, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται ο διάδικος με τα έγγραφα αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ Ολ 42/2002 ). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα την υπ' αριθμό 5967/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθμό 3287/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες, με άλλους ενάγοντες είχαν αποφανθεί διαφορετικά επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών, δηλαδή επί του ίδιου συμβάντος, από ό,τι αποφάνθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ούτε έλαβε υπόψη της τις προτάσεις των εν λόγω εναγόντων. Από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτή έλαβε υπόψη της ως δικαστικά τεκμήρια τις ως άνω αποφάσεις, οι οποίες αφορούν το ίδιο συμβάν και ασκούν με τις αιτιολογίες τους, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επειδή με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμό 2465/9.6.2003 ένορκη βεβαίωση της Μ. Θ. που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων, την οποία αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ναι μεν σε αυτή γίνεται στην αρχή μνεία ότι το δικαστήριο εκτίμησε και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι την έλαβε υπόψη της προς συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το επίμαχο ρεπορτάζ προβλήθηκε και κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού δελτίου ειδήσεων των 14.30' της 26.7.2000. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεκτέο γεγονός (ΑΠ Ολ 2/2008 , ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Με τους πέμπτο και έβδομο προσθέτους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, αφού εκθέτουν το περιεχόμενο εγγράφων και τις σχετικές επ' αυτών παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε 1) το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας που αναφέρεται στο ρεπορτάζ που προβλήθηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων των 20.00 της 28.7.2000 του τηλεοπτικού σταθμού «Α.», σχετικά με τα πλάνα που έδειχναν ανήλικα παιδιά, μεταξύ, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, και τα εκπροσωπούμενα από αυτούς τέκνα τους, σε ιδιωτικό σταθμό προσχολικής αγωγής, όπου εκδηλώθηκε σε 23 παιδιά, λοίμωξη φυματίωσης, και 2) το περιεχόμενο της από 25.10.2000 εξώδικης διαμαρτυρίας - απαντήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς τους αναιρεσείοντες. Από τον έλεγχο του περιεχομένου της βιντεοκασέτας, που περιέχει μαγνητοσκοπημένο ρεπορτάζ που προβλήθηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων των 20.00' της 28.7.2000 του τηλεοπτικού σταθμού «Α.» της πρώτης των αναιρεσιβλήτων υπάρχουν τέσσερα πλάνα που εμφανίζονται ανήλικοι. Στα τρία πλάνα συνολικής, διάρκειας 17 δευτερολέπτων, οι ανήλικοι εμφανίζονται σε έγχρωμο αρνητικό φωτογραφίας με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους, ώστε να μην είναι δυνατόν να διακριθούν και εξατομικευθούν τα πρόσωπα των ανηλίκων. Στο τέταρτο όμως πλάνο, όπου εμφανίζονται τέσσερα ανήλικα τέκνα, μεταξύ των οποίων, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, και τα εκπροσωπούμενα από αυτούς ανήλικα τέκνα τους, Μ. και Γ., στην είσοδο μεταξύ κήπου και αιθουσών του παιδικού σταθμού, διάρκειας του πλάνου τριών περίπου δευτερολέπτων δεν υπάρχει καμία παραποίηση στην εικόνα και τα πρόσωπα των ανηλίκων διακρίνονται.
Επομένως, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι τα πλάνα διαρκούσαν συνολικά δύο δευτερόλεπτα και ότι σε όλα τα χαρακτηριστικά των προσώπων των ανηλίκων δεν μπορούσαν να διακριθούν, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω βιντεοκασέτας. Επίσης η προσβαλλομένη παραμόρφωσε και το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης απαντήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς τους αναιρεσείοντες, αφού σε αυτήν ο τηλεοπτικός σταθμός δέχεται ότι έγινε παρουσίαση του θέματος στις 26 και 28.7.2000, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι από την εξώδικη αυτή απάντηση προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δέχθηκε ότι το επίμαχο ρεπορτάζ προβλήθηκε μόνο μία φορά από τον σταθμό της στις 28.7.2000. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή όλων των ως άνω λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). [...]
[Αναιρεί την ΠΠρΘεσ 6175/2005  και παραπέμπει.] 

Πηγή : nbonline.gr

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Νομολογία - Αφαίρεση επιμέλειας ανήλικων τέκνων από τη μητέρα τους λόγω κακής άσκησής της


Με την παρατιθέμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (184/2013) ,  κρίθηκε απαραίτητη η αφαίρεση της επιμέλειας ανήλικων τέκνων από τη μητέρα λόγω κακής άσκησής της και η ανάθεσή της,   στην πραγματικά επιμελούσα αυτά , γιαγιά τους . Ειδικότερα :

ΑΠΟΦΑΣΗ 184/2013
(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αίτησης ΕΜ-22/2013)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Νικόλαο Κασμερίδη , Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από την Προϊσταμένη του Πρωτοδικείου , και από τη Γραμματέα Σουλτάνα Ντελή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2013, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΕΜ -22/21-1-2013 αίτηση, με αντικείμενο την αφαίρεση και ανάθεση επιμέλειας ανήλικων τέκνων, μεταξύ :
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : Σ. Γ. του Α., κατοίκου ………………, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιουλίας Μυλωνά, …………, η οποία κατέθεσε προτάσεις .
  ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Γ.Α. του Ρ. , κατοίκου …., που δεν παραστάθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης , η πληρεξούσια δικηγόρος της αιτούσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αρ. 7.535δ’/7-2-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης Μ.Σ. , την οποία η αιτούσα νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης , με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην καθ΄ης (αρθ. 741,122 παρ. 1, 123, 124 και 130 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η τελευταία , ωστόσο, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο , όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου , ούτε και εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η διαδικασία , όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή , την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου , καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του ) , επιπλέον δε τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη , που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του . Ασκείται, επίσης, αυτή από αμφότερους τους γονείς από κοινού . Σε περίπτωση , όμως,  που ένας εξ αυτών  αποβιώσει ή κηρυχθεί σε αφάνεια ή κηρυχθεί έκπτωτος της άσκησής της ή δεν είναι σε θέση να την ασκήσει , για λόγους πραγματικούς (αποκλεισμός, φυλάκιση, αιχμαλωσία, μακρόχρονη απουσία στο εξωτερικό) ή νομικούς (δικαστική συμπαράσταση , ανικανότητα για δικαιοπραξία) , τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του ασκεί μόνος ο άλλος γονέας . περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθ. 1532 ΑΚ «αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα ,που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ’ αυτό, το Δικαστήριο , εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο
2ο φύλλο της υπ’ αρ. 184/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Ροδόπης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας )
Εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το Δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου να αναθέσει την επιμέλεια τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτο ή να διορίσει επίτροπο.» Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη , οι περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα, είναι : α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων , β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός τους , γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ’ αυτό. Ωστόσο, απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι , ως επί το πλείστον, ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. ‘Έτσι, η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτόχρονα και παράβαση των καθηκόντων του γονέα , που επιβάλλονται από αυτό ( γονικό λειτούργημα). Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των τελευταίων με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του , με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου. Η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν, εξάλλου , να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια , δηλαδή με πράξη ή παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους. Σε κάθε περίπτωση , πάντως, η κρίση για το αν συντρέχει κατάχρηση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις του υποχρέου - δικαιούχου , αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίζει γενική (αρνητική) κρίση . Ειδικότερα, καταχρηστικά, κατά τα ανωτέρω, ασκείται η επιμέλεια τέκνου, αν ο έχω την επιμέλεια γονέας αυτού παραβαίνει τα σχετικά με την επιμέλεια καθήκοντά του , με κίνδυνο να επιφέρει ως συνέπεια  βλάβη στην ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του τέκνου (ΑΠ 537/2012 ΧρΙΔ 2012.661). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση , η αιτούσα, επικαλούμενη ότι ασκεί εν τοις πράγμασι την επιμέλεια και φροντίδα των δύο ανηλίκων εγγονών της , ΑΓ και ΝΓ, διότι ο μεν πατέρας τους έχει αποβιώσει, η δε καθ’ ης , μητέρα τους, αδιαφορεί πλήρως γι’ αυτούς , ζητεί να αφαιρεθεί από την τελευταία η επιμέλεια των ανωτέρω τέκνων, προκειμένου να ανατεθεί στην ίδια (την αιτούσα) , καθώς τούτο επιβάλει το συμφέρον των παραπάνω τέκνων . με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα , η ως άνω αίτηση παραδεκτά και αρμοδίως , καθ’ ύλην και κατά τόπον , εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου , κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ. 739 επ. , 740 παρ. 1 και 121 ΕισΝΑΚ, όπως το δεύτερο από αυτά ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης πριν την αντικατάστασή του από τα αρθ. 17 παρ. 1 του ν. 4055/2012 και 9 παρ. 1 του ν. 4138/2013) και είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των αρθ. 1510, 1511, 1518, 1532, 1533 και 1538 ΑΚ. Πρέπει, επομένως , να ερευνηθεί περαιτέρω, για να κριθεί  αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη , δεδομένου ότι τηρήθηκε η προδικασία , που προβλέπεται από τα αρθ. 748 παρ. 1, 2 και 4 και 796 παρ. 3 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της συζήτησής της, αφού αντίγραφο αυτής έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης, όσο και στη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Περιφερειακής Ενότητας
3ο φύλλο της υπ’ αρ. 184/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Ροδόπης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας )
Ροδόπης (βλ. τις υπ’ αρ. 7.495δ’ – 7.796 δ’ /4-2-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης ΜΣ ). Από την τελευταία αυτή υπηρεσία κατατέθηκε, εξάλλου,  εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το αρθ. 1533 παρ. 3 ΑΚ και η σχετική από 27-2-2013 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού ΑΝ, αναφορικά με το ήθος , τις βιοτικές συνθήκες, και γενικά, την καταλληλότητα της αιτούσας, η οποία ζητεί να ανατεθεί στην ίδια η επιμέλεια του προσώπου των ανωτέρω τέκνων.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο , η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου , από τα έγγραφα που η αιτούσα νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται , καθώς και από την , κατ’ αρθ. 1511 παρ. 3 ΑΚ, προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με τα ως άνω ανήλικα , αμέσως μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης , αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
O υιός της αιτούσας ,  Φ. Γ. Γ. και η καθ’ης , Γ.Α. τέλεσαν στις 5-9-1996 νόμιμο γάμο , πρώτο και για τους δύο , μετά τον οποίο εγκαταστάθηκαν , μαζί με την αιτούσα και τον τότε εν ζωή ευρισκόμενο σύζυγό της , Φ., στην οικία της τελευταίας (αιτούσας) στο……. Κατά τη διάρκεια του εν λόγω  γάμου , εξάλλου, οι ίδιοι απέκτησαν δύο άρρενα, ανήλικα ακόμα, τεκνα , τον Α. , που γεννήθηκε στις 6-6-199 και τον Ν, που γεννήθηκε στις 2-4-2004. Ωστόσο, λίγο πριν τη γέννηση του δεύτερου αυτού τέκνου και , συγκεκριμένα, την 1-12-2003 ο προαναφερόμενος υιός της αιτούσας απεβίωσε. Ακόμα και μετά το θάνατό του, όμως, η καθ’ ης εξακολούθησε να διαμένει στο σπίτι της πεθεράς της. Ωστόσο, σταδιακά, άρχισε αυτή να απομακρύνεται ψυχικά και συναισθηματικά από τα δύο τέκνα της , αδιαφορώντας ολοένα και περισσότερο για την ανατροφή και υγιή ανάπτυξή τους . Τελικά δε, το έτος 2007 τα εγκατέλειψε. Από τότε ελάχιστες φορές τα επισκέφθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί τους . Αντίθετα, όπως έχουν πληροφορηθεί οι συγγενείς της αιτούσας , αυτή προχώρησε στη σύναψη δεύτερου γάμου με έτερο άνδρα , με τον οποίο μάλιστα, και έχει αποκτήσει άλλα δύο τέκνα. Με τη νέα δε οικογένειά της βρίσκεται εγκατεστημένη στην …. Περαιτέρω, από τα ίδια ω άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε πως, μετά την εγκατάλειψη από τη μητέρα τους , αμφότερα τα προαναφερόμενα τέκνα συνέχισαν να διαμένουν με την αιτούσα γιαγιά τους , η οποία ανέλαβε εξ ολοκλήρου το έργο της ανατροφής τους . Η ίδια επιδεικνύει έντονο και αμέριστο ενδιαφέρον για τη σωστή διαμόρφωση και ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους  ενώ , παράλληλα , ως γιαγιά τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης προς τα εν λόγω τέκνα , τα οποία φροντίζει με περισσή στοργή , αφοσίωση και τρυφερότητα., επιδεικνύοντας αμέριστο ενδιαφέρον για το πρόσωπό τους. Παρέχει δε σ’ αυτά ένα ασφαλές και αρμονικό περιβάλλον , προσφέροντάς τους τα απαραίτητα για την ψυχοσωματική και πνευματική τους ανάπτυξη, τόσο σε συναισθηματικό, όσο και σε οικονομικό, αλλά και υλικό επίπεδο. Η ίδια, άλλωστε, αν και διάγει το 63ο έτος της ηλικίας της , δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία στο χωριό …., είναι ασφαλισμένη στον ΟΓΑ , ενώ, έχει συστηματικά, έσοδα από τα χωράφια της , τα οποία εκμισθώνει σε τρίτους. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης, η οποία, μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της , ασκεί μόνη της, σύμφωνα με το άρθρο 1510 παρ. 2 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αμφοτέρων των ανηλίκων τέκνων της , Α. και Ν., παραβαίνει τα καθήκοντα που της επιβάλλει το λειτούργημά της ως μητέρα για την επιμέλεια του προσώπου των εν λόγω τέκνων , αδιαφορώντας για τις ανάγκες τους
4ο φύλλο της υπ’ αρ. 184/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας )
και μη συνεισφέροντας οικονομικά στην ανατροφή τους. Η αδιαφορία της δε αυτή καταφανώς αποδεικνύεται και από το γεγονός της μη εμφάνισής της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου να αποτραπεί η αφαίρεση της επιμέλειας των ανωτέρω τέκνων από την ίδια. Με βάση τα δεδομένα υτά και με γνώμονα το συμφέρον των παραπάνω τέκνων , το Δικαστήριο κρίνει πως το σύνολο της επιμέλειας του προσώπου τους θα πρέπει να αφαιρεθεί από την καθ’ ης μητέρα τους , διότι η συμπεριφορά , που η τελευταία επιδεικνύει, ελλοχεύει κινδύνους για την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παραπάνω τέκνων ενώ, παράλληλα, δημιουργεί συνεχώς προβλήματα στην εκπροσώπησή τους , ενώπιον των αρχών και εν γένει καθημερινότητά τους. Αντίθετα δε, πρέπει αυτή (επιμέλεια) να ανατεθεί  στην αιτούσα, γιαγιά των ανηλίκων, αφού η τελευταία παρέχει , ενόψει και του στενότατου συγγενικού δεσμού, που τη συνδέει μαζί τους, όλα τα εχέγγυα ότι θα ασκήσει με επάρκεια και συνέπεια το λειτούργημα, που της ανατίθεται, ενεργώντας πάντοτε προς το συμφέρον των δύο τέκνων . Κρίνεται δε κατάλληλη γι’ αυτό , διότι έχει το ήθος, το σθένος, τη διάθεση αλλά και το χρόνο να συνεχίσει να περιποιείται τα ανήλικα εγγόνια της . Την ανάθεση της επιμέλειας των τελευταίων στην αιτούσα προτείνει, εξάλλου, και η προαναφερόμενη κοινωνική λειτουργός, Α.Ν., στη σχετική από 27-2-2013 έκθεσή της . Αλλά και οι ίδιοι οι ανήλικοι , κατά την προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου μαζί τους , εξέφρασαν την ικανοποίησή τους από την έως τώρα συμβίωσή τους με την αιτούσα, καθώς, όπως οι ίδιοι δήλωσαν, αφενός μεν αυτή τους έχει εξασφαλίσει ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον , που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και ασφάλεια , αφετέρου δε, τους προσφέρει στοργή και θαλπωρή, γεγονός, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δύναται να αμβλύνει τις όποιες δυσμενείς ψυχολογικές επιπτώσεις συνεπάγεται για τους ίδιους η πρόωρη απώλεια του πατέρα τους και η μακρόχρονη αδιαφορία της μητέρας τους . Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του πρόδηλου εννόμου συμφέροντος της αιτούσας , που τυγχάνει δεύτερου βαθμού εξ αίματος συγγενής των παραπάνω ανηλίκων , πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή , ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν , όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ’ ης .
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΦΑΙΡΕΙ από την καθ’ ης η αίτηση , Γ.Α. του Ρ. , την άσκηση του συνόλου της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων αρρένων τέκνων της : α) Α.Γ. του ΦΓ  και β) Ν.Γ. του ΦΓ.
ΑΝΑΘΕΤΕΙ την άσκηση του συνόλου της επιμέλειας των ανωτέρω τέκνων αποκλειστικά στην αιτούσα , εκ πατρικής γραμμής γιαγιά τους , Σ.Γ. του Α.
ΚΡΙΘΗΚΕ , αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Κομοτηνή, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του , χωρίς την παρουσία της αιτούσας και της πληρεξουσίας δικηγόρου της , στις 3 Απριλίου 2013. 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Νομολογία - Προστασία καταναλωτή - Καταχρηστικοί όροι σε δανειακές συμβάσεις

       Με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων, έχει κριθεί οτι υφίστανται καταχρηστικοί όροι σε δανειακές συμβάσεις στεγαστικών (και όχι μόνο ) δανείων με συνέπεια να κρίνονται αυτοί άκυροι. Σε περιπτώσεις μάλιστα που αν οι καταναλωτές εξαιτίας των καταχρηστικών όρων, αναγκάσθηκαν να καταβάλουν επί πλέον ποσά στα τραπεζικά ιδρύματα , έπειτα από προσφυγή τους στη δικαιοσύνη, τους επιστράφηκαν τα ποσά αυτά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

       Παρατίθενται  εδώ ενδεικτικώς  ορισμένα σημεία της υπ' αριθμ. 567/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που αναλύει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του νόμου περί προστασίας καταναλωτών. 

  
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 567/2010  Ειρηνοδίκης: Αγγελική Αναστασιάδου Δικηγόροι: Χρυσάνθη Παπαστάμου, Αφροδίτη Γούλα

        Σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, «Περί προστασίας των Καταναλωτών», όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το αρθρ. 10, παρ. 24 στοιχ. β` του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή. Καταναλωτής είναι και ο πελάτης πιστωτικού ιδρύματος, στην οποία αυτό, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, συνάπτει, εκτός των άλλων, συμβάσεις δανείων. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψη της, και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση, στο εθνικό δίκαιο, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων, που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο αρθρ. 3 παρ.1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται σε βάρος του καταναλωτή ανισορροπία, ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του αρθρ. 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η παραπάνω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Απέκλινε έτσι φραστικά από τη διατύπωση του αρθρ. 3 παρ. 1 της παραπάνω Οδηγίας, η οποία μιλάει για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών». Στενή ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη διατάραξη» θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ) και κατ ακολουθία σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή, έναντι εκείνης, που πράγματι περιγράφεται στην Οδηγία. Η ανάγκη της, σύμφωνης με την Οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» να εκληφθεί διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το αρθρ. 10 παρ. 24 στοιχ. β` του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006, Νόμος). Ενώ, εξάλλου, μετά την τελευταία τροποποίηση της παρ. 6, αντικαταστάθηκε ο όρος «διατάραξη» με την παρ. 2 του αρθρ. 2 του Ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.07.07) με τον όρο «σημαντική διατάραξη», με συνέπεια να ανταποκρίνεται έτσι πλήρως στο κείμενο της Οδηγίας.

        Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ, που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2741/1999 και το Ν. 3587/2007 (που προσέθεσε άλλη μια περίπτωση, που δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση) απαριθμούνται ενδεικτικά και 32 περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται χωρίς άλλο καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχεία ια, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, όπως και η υπό στοιχείο ε, κατά την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι, που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Η σωρευτική, εφαρμογή από το Δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του αρθρ. 2 του ν. 2261/1994, επιβάλλεται, δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της «σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό, να έχει αξία και χρησιμότητα, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου.

       Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικότητας αποτελούν δείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο δέσμευσης του καταναλωτή, να μη ασκήσει κατά τη λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης νόμιμα δικαιώματα του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο αρθρ. 6 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση, να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις σύμφωνα και με το αρθρ. 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, αν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Εάν δηλαδή έχει παραβιαστεί η αρχή της διαφάνειας. Τέλος, ενόψει του ότι οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα του αρθρ. 281 ΑΚ, ενσωματώνουν κατ΄ ανάγκη και το πνεύμα του αρθρ. 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει, ότι η διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Από τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει, ότι η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο, που ισχύει, κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού, και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε. Επομένως Γ.Ο.Σ. που διατυπώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 1961/1991 κρίνονται σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, εφόσον υπό την ισχύ του γίνεται η χρήση αυτών (ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001.1125). Κατά την έννοια, εξάλλου, των παραπάνω διατάξεων, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, στα πλαίσια πάντοτε επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Έτσι όταν πρόκειται για γενικό όρο, που αφορά την επιφύλαξη στην ανώνυμη επιχείρηση, που λειτουργεί κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου του δικαιώματος να προβαίνει μονομερώς αυτή, διαρκούσης της ισχύος της συμβάσεως στεγαστικού δανείου, σε αύξηση επιτοκίου, που συνιστά τη βασική υποχρέωση του δανειζόμενου καταναλωτή, πρέπει να διατυπώνεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό της σύμβασης δανείου κατά τρόπο διαφανή, υπό την έννοια, ότι ο δανειζόμενος ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, πρέπει να δύναται, να αντιληφθεί το μέτρο της αυξήσεως και στην περίπτωση μιας αυξήσεως να μπορεί, να εκτιμήσει το σύμφωνο αυτής προς την σχετική ρήτρα, που την προβλέπει (ΑΠ 1030/2001, ο.π.). Σε περίπτωση επιφυλαχθέντος στον προμηθευτή, όπως είναι και η ανώνυμη επιχείρηση, που λειτουργεί με τους κανόνες των τραπεζικών ιδρυμάτων, δικαιώματος αναπροσδιορισμού του επιτοκίου πρέπει, να αναφέρονται κατά τρόπο ορισμένο, όσο είναι δυνατό, οι προϋποθέσεις αυτού και το δεδομένο πλαίσιο διαμόρφωσης. Από τις αρχές της καλής πίστεως συνάγεται η υποχρέωση συγκεκριμένος Γ.Ο.Σ. να προσφέρει στον καταναλωτή επαρκή γνώση των οικονομικών επιβαρύνσεων, που αυτός αναλαμβάνει, στο βαθμό, που από τις περιστάσεις προκύπτει, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αξιωθεί. Ο προμηθευτής ενεργεί κατά τρόπο καταχρηστικό, αν δεν συμμορφώνεται προς τις επιταγές αυτές. Τέτοια χαρακτηριστικά έχει ο Γ.Ο.Σ. εκείνος, που επιτρέπει στην παραπάνω ανώνυμη επιχείρηση ως προμηθευτή, να προβεί μονομερώς σε μεταβολή του επιτοκίου δανειοδότησης σε οποιαδήποτε ημερομηνία ανανέωσης της συμβάσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση ο αντισυμβαλλόμενος καταναλωτής παραδίνεται στην κρίση του προμηθευτή, για την ορθότητα και αναγκαιότητα της αναπροσαρμογής, χωρίς αυτός να μπορεί, να προβλέψει κάτω από ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση θα υποστεί πρόσθετες επιβαρύνσεις. Η καταχρηστικότητα τέτοιου όρου δεν αίρεται από την παρεχόμενη στον καταναλωτή δυνατότητα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Τέτοια δυνατότητα δεν μεταβάλλει σε τίποτε την αβεβαιότητα ενδεχομένων μελλοντικών επιβαρύνσεων του καταναλωτή. Ακόμη δε και υπό το πρίσμα του αρθρ. 371 ΑΚ, που ορίζει ότι ο προσδιορισμός της παροχής που ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το Δικαστήριο. Όμως στην προκείμενη περίπτωση η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται, διότι υπάρχει η ειδική διάταξη του αρθρ. 2 παρ. 7 περ. ε` του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: α)... ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Ο παραπάνω νόμος αξιώνει στις καταναλωτικές σχέσεις, τα κριτήρια προσδιορισμού της παροχής του προμηθευτή να αναφέρονται στη σύμβαση. Οι Γ.Ο.Σ. περαιτέρω πρέπει να έχουν διαφάνεια και να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Αδιαφανείς δε ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από ορισμένες ενέργειες (άσκηση δικαιωμάτων του), είτε να υποκύψει σε δικαιώματα ή αξιώσεις, που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Με το πρίσμα αυτό αδιαφανείς ρήτρες οδηγούν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά το αρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 430/20005, ΕλλΔνη 2006.827), ενώ παράλληλα ο παραπάνω νόμος δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος και την μη αναφορά ειδικώς καθορισμένων και ευλόγων κριτηρίων (ΑΠ 296/2001, ΕλλΔνη 42.1321, 1030/2001, ΔΕΕ 11.1125- 1219/2001, ΔΕΕ 11.1128).
                 (………………………………………………………………………..)

      Περαιτέρω στις δανειστικές συμβάσεις δύο κυρίως είναι τα είδη επιτοκίων προς τους καταναλωτές, που καλούνται να επιστρέψουν τα ποσά, που δανείστηκαν σε συμφωνημένο χρόνο. Το πρώτο είδος είναι το σταθερό επιτόκιο, όπου η Τράπεζα καθορίζει το ύψος του επιτοκίου, συνεπώς και του τόκου, καθ όλη τη λειτουργία της συμβατικής σχέσεως ως ένα σταθερό ποσό. Η τράπεζα χορηγεί ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο στον καταναλωτή και τα μέρη μέσω σταθερού επιτοκίου καθορίζουν σταθερή την αντιπαροχή του δανειολήπτη για την παραχώρηση αυτή του κεφαλαίου. Ενώ ο τόκος προκύπτει ως σταθερό ετήσιο ποσοστό του δανειζομένου κεφαλαίου. Στο σταθερό επιτόκιο οι μεταπτώσεις της αγοράς χρήματος δεν τροποποιούν το ύψος του τόκου^ Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει όρος για αναπροσαρμογή, που θα προσαρμόζει την αντιπαροχή του δανειολήπτη σε μεταπτώσεις της αγοράς. Το δεύτερο είδος είναι το κυμαινόμενο επιτόκιο. Στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο η τράπεζα επιφυλάσσει για τον εαυτό της το δικαίωμα να επανακαθορίζει το ύψος της αντιπαροχής του αντισυμβαλλόμενου της. Ο δανειολήπτης καλείται να επιστρέψει στην τράπεζα το κεφάλαιο, που έλαβε, με βάση ένα επιτόκιο που δεν είναι σταθερό καθ όλη τη διάρκεια του δανείου. Ενώ η υποχρέωση του καταναλωτή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών. Στο κυμαινόμενο επιτόκιο ο δανειολήπτης δίνει στην τράπεζα το δικαίωμα, να αναδιαμορφώνει το ύψος του επιτοκίου, όταν εκείνη θεωρεί, ότι οι μεταβλητές συνθήκες της αγοράς το επιβάλλουν. Στην περίπτωση όμως που στη δανειστική σύμβαση το επιτόκιο δεν αναφέρεται ως σταθερό, καθ΄ όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσεως, αλλά υπάρχει ρήτρα, που αναφέρει, ότι το πιστωτικό ίδρυμα επιφυλάσσεται για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του επιτοκίου, για οποιουσδήποτε λόγους αναφέρονται ή μη στη σύμβαση, αυτό σημαίνει ότι το επιτόκιο δεν συμφωνήθηκε σταθερό. Κατά την πολύ απλή λογική, ότι στο σταθερό επιτόκιο το πιστωτικό ίδρυμα έχει ήδη υπολογίσει το κόστος του χρήματος για όλη την χρονική διάρκεια της σχέσεως και έχει εκφράσει αυτό (επιτόκιο) σε ένα σταθερό μέγεθος εκ των προτέρων και για όλη τη χρονική διάρκεια. Ότι όμως είναι σταθερό δεν γίνεται να προβλέπεται μεταβλητό και να αλλάζει. Αν αλλάζει δεν είναι σταθερό, αλλά κυμαινόμενο.
           Με βάση την υπ` αριθ. ………. δανειακή σύμβαση, που συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, το τελευταίο χορήγησε στους πρώτους στεγαστικό δάνειο ύψους 73.367,57 € για την αγορά κατοικίας. Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε είκοσι πέντε (25) έτη, με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεολυσίας με ίσες μηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη έπρεπε να καταβληθεί στις 01.01.2001, ενώ το επιτόκιο συμφωνήθηκε στο 6,50%, για το χρονικό διάστημα από την ημέρα μερικής ή ολικής καταβολής του δανείου στους οφειλέτες έως την 31.12.2000. Στο ίδιο αρθρ. δε 3 και στην παρ. γ αυτού αναφέρεται ότι «Το ………..  επιφυλάσσεται με απόφαση του Δ.Σ για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του επιτοκίου, όταν οι χρηματοοικονομικές συνθήκες της αγοράς το επιβάλλουν και πάντως μέσα στα όρια που διαμορφώνεται το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων επιλεγμένων τραπεζών, κατά το χρόνο που κρίνεται αναγκαία η αναπροσαρμογή του επιτοκίου, πλέον περιθωρίου 1% τον χρόνο». Εξ αυτού συνάγεται ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο. Ο ανωτέρω όρος όμως, ο οποίος ήταν προδιατυπωμένος από το εναγόμενο και περιλαμβανόταν στους ΓΟΣ, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους ενάγοντες, κατά το μέρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του επιτοκίου στη συνέχεια, το οποίο και είναι «κυμαινόμενο» είναι καταχρηστικός, σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ. ε και ια` του Ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει πλήρη αοριστία. Επιτρέπει δηλαδή στον προμηθευτή/εναγόμενο, να προσδιορίζει οποιοδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, στην προκείμενη περίπτωση στους ενάγοντες, κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των ευλόγων και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως προς το εναγόμενο. Συνεπώς το επιτόκιο θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται στην επίδικη σύμβαση, με βάση εύλογα κριτήρια, που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή του κόστους του χρήματος για το εναγόμενο.  
           (……………………………………………………………………….)
Σύμφωνα, δε, με τον επισυναπτόμενο στο σώμα της αγωγής πίνακα, όπου απεικονίζεται αναλυτικά ο μήνας και η αντίστοιχη τοκοχρεολυτική δόση, που κατέβαλαν οι ενάγοντες, το εφαρμοσθέν επιτόκιο, το ποσό που αντιστοιχούσε σε τόκους, το χρεολύσιο και το ύψος στο οποίο ανερχόταν το ανεξόφλητο κεφάλαιο αποδεικνύει ότι το συνολικό ποσό των τόκων που κατέβαλαν για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 42.962,54 € και για τους δύο ενάγοντες. Τα στοιχεία του πίνακα αυτού εξάλλου δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο. Από τον ίδιο πίνακα αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να καταβάλλουν το ποσό των 40.849,51 €. Συνεπώς οι ενάγοντες κατέβαλαν επιπλέον ποσό 2.113,03 € στο εναγόμενο. Το ποσό αυτό όμως εισέπραξε το εναγόμενο ως τόκους, χωρίς αυτοί να οφείλονται και υποχρεούται να το επιστρέψει στους ενάγοντες ισομερώς, εφόσον καταβλήθηκε αδικαιολόγητα από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή πλουσιότερη κατά τούτο. Κατ` ακολουθία, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών και ενστάσεων του εναγομένου, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες κατ` ισομοιρία το ποσό των 2.113,03 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων κατ` αρθρ. 176 ΚΠολΔ.

(η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών  ΝΟΜΟΣ )
 

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

ΑΝΑΚΟΠΗ 933 ΚΠολΔ ΚΑΙ Ν. 3869/2010


      Η ανακοπή του 933 ΚΠολΔ διαφέρει από την ανακοπή του 632 ΚΠολΔ και θέλει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε υπόθεση προκειμένου να ασκηθεί η σωστή ανακοπή. Σε ορισμένες περιπτώσεις δύνανται μάλιστα να ασκηθούν και οι δύο , ακόμη και σωρευτικώς.
    Η ανακοπή του 933 δύναται να ασκηθεί εφόσον κοινοποιηθεί στον οφειλέτη επιταγή προς πληρωμή, που αποτελεί και την πρώτη πράξη εκτέλεσης. 
         Συνδυαστικά τώρα με το Ν. 3869/2010, αν εκδοθεί από πιστώτρια τράπεζα διαταγή πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση,  ενώ  ο οφειλέτης  ήδη έχει ξεκινήσει τη διαδικασία υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, ακόμη και με μόνη την κοινοποίηση της αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού , κρίνεται από την μέχρι τώρα νομολογία ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής του οφειλέτη λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της τράπεζας , η οποία παραβιάζει  τα όρια της 281 ΑΚ. Σε πολλές αποφάσεις μάλιστα, κρίθηκε οτι η ανακοπή θα ευδοκιμήσει ως αυτή του 933 και οχι ως αυτή του 632 ΚΠολΔ.
 Παρατίθεται σημείο της απόφασης  320/2011 Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου κρίνεται μη ευδοκίμηση λόγου ανακοπής σύμφωνα με την 632 ΚΠολΔ αλλά με την 933 ΚΠολΔ , καθώς :
«Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το γράμμα ούτε το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, καθώς η καθ ης επιδιώκει απλά να εξοπλίσει την απαίτηση της με τίτλο εκτελεστό και έχει προφανές έννομο συμφέρον για αυτό (επισημαίνεται ότι με την έκδοση της διαταγή πληρωμής δεν επέρχεται ικανοποίηση του κρινόμενου ουσιαστικού δικαιώματος- επίδικης αξίωσης, ούτε καν αρχίζει η διαδικασία ικανοποίηση: αυτού). Δεν έρχεται ακόμη σε αντίθεση με προηγούμενη διαφορετική κατάσταση, που είχε η ίδια η καθ ης δημιουργήσει και τέλος η καθ ης δεν παρέβη το καθήκον αληθείας, αφού οι προβληθέντες ισχυρισμοί ήταν αληθείς. Κατά συνεπεία ο σχετικός λόγος, ως λόγος ανακοπής κατ άρθ. 632 του ΚΠολΔ πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει. .Αντίθετα προς τα παραπάνω όμως η ενέργεια της καθ ης να κοινοποιήσει την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής στην αιτούσα με επιταγή προς πληρωμή και να αρχίσει κατ αυτό τον τρόπο η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος, που διαγνώσθηκε με τη διαταγή, ενώ η τελευταία (αιτούσα) είχε αρχίσει τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να υποβάλλει αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό κατ άρθ. 2 του Ν 3869/2010, έρχεται ως διαδικαστική (δικονομική) πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας κατ άρθ. 116 του ΚΠολΔ σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω δε η ίδια ενέργεια (καθότι η επιταγή προς πληρωμή ανήκει στην κατηγορία των διφυών διαδικαστικών πράξεων και αφενός αποτελεί εξώδικη πράξη- οιονεί δικαιοπραξία, αφετέρου εναρκτήρια διαδικαστική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, βλ Μπρίνια αναγκαστική εκτέλεσις παρ 114 σελ 301-302, Μπέη εισαγωγή στη δικονομική σκέψη εκδ 1981 σελ 187), στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου υπερβαίνει κατ άρθ. 281 του ΑΚ προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη αλλά και τον κοινωνικό-οικονομικό σκοπό για άσκηση του δικαιώματος (βλ ΟλΑΠ 1/1997 ΕλΔ 38/534, ΟλΑΠ 888/84 ΝοΒ 33/61), αφού η άσκηση αυτής της πράξης (επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης) μοναδικό σκοπό έχει την επιδίωξη πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης της καθ ης σε βάρος της αιτούσας αλλά και των άλλων δανειστών αυτής πριν η αιτούσα προλάβει να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του παραπάνω θεσμού για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι η σχετική ανακοπή ως ανακοπή του άρθ. 933 του ΚΠολΔ θα ευδοκιμήσει και πρέπει να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς περαιτέρω πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας.»

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ

        Έπειτα από αλλεπάλληλες αλλαγές στον τρόπο υπολογισμου του δικαστικού ενσήμου , αυτό πλέον υπολογίζεται ως εξης :
       Δικαστικό ένσημο (αγωγόσημο)
     Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν.ΓΠΟΗ/1912 (Α΄ 3) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ περίπτωση 6) του Ν.4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 222/ 12-11-2012), το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α΄ 237 /5-12-2012) και το άρθρο 40 παρ.16 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 18 /25-1-2013) έχει πλέον ως εξής:
«1.Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8ο/οο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεταιποσοστό 10 τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών),ποσοστό 5 τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου.»

      Χρήσιμος για τους ενδιαφερόμενους δικηγόρους, είναι ο παρακάτω σύνδεσμος
http://www.dsth.gr/web/guest/dik_ensimo, όπου συμπληρώνεται στο αντίστοιχο πεδίο το κεφάλαιο και γίνεται αυτόματος υπολογισμός . Θα πρέπει επίσης δίπλα από κάθε ποσό  να γράφεται ο αντίστοιχος κωδικός ενώ για το χαρτόσημο γίνεται επιμερισμός σε δύο ποσά : α) σε ποσοστό 2% επί του αγωγοσήμου και β) το προηγούμενο αποτέλεσμα  πολλαπλασιάζεται με ποσοστό 20% υπερ ΟΓΑ. Τέλος , δεν ξεχνούμε την καταβολή υπέρ ΕΟΠΥΥ στην Εθνική Τράπεζα, στον αριθμ. λογαριασμού 040/545907-91, με  αιτιολογία: ποσοστό προείσπραξης δικαστικού ενσήμου υπέρ Τ.Υ.Δ.Ε.-Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Οι κωδικοί είναι :
         -Αγωγόσημο (KAE 2375)
        -ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ (ΚΑΕ 82639)
        -Χαρτόσημο 2% (ΚΑΕ 1229)
        -Ο.Γ.Α. χαρτοσήμου 20% (ΚΑΕ 1228)
        -Τ.Α.Ν (ΚΑΕ 82623)


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μόνο ένα παράβολο έφεσης επί ομοδικίας - Ν. 4139/2013

 
      Η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί με τις τελευταίες διατάξεις του Ν. 4055/2012 ο οποίος τροποποίησε σε μεγάλο βαθμό τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας , σχετικά με το παράβολο των 200€ που έπρεπε να καταβάλλει ή όχι, αυτοτελώς, ο κάθε εκκαλών σε περίπτωση ομοδικίας ,  ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκηθείσης εφέσεως  , λύθηκε αρχικώς νομολογιακώς, δυνάμει της υπ' αριθμ. 162/2013 απόφασης του ΕφΘΕΣΣΑΛ και εν συνεχεία δυνάμει του νεοψηφισθέντος Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013) , ο οποίος τροποποίησε εκ νέου τη διάταξη του άρθρου 495§4 του ΚΠολΔ που πλέον ορίζει οτι "β. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες."
 
      Η αιτιολογία της προρρηθείσης απόφασης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι η εξής :
    "Ο σκοπός της επιβολής διαφορετικών τελών, χαρακτήρα που έχει και το ως άνω παράβολο του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν αποβλέπει σε δημοσιονομικά οφέλη του Δημοσίου, αλλά συνιστά οικονομική υποχρέωση του διαδίκου, ως προϋπόθεση για την αποτροπή αβασίμων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Ο σκοπός όμως αυτός, ικανοποιείται, σε περίπτωση ομοδικίας, ανεξάρτητα του είδους αυτής, με την καταβολή ενός και μόνο παραβόλου από την ομάδα των ομοδίκων - εκκαλούντων. Διαφορετική ερμηνεία και θεώρηση του ζητήματος (ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχει πολυάριθμη ομοδικία, ενεργητική και παθητική), θα οδηγήσει στην επιβολή δυσβάστακτων οικονομικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση ενός πολίτη στη δικαιοσύνη, συνέπεια η οποία έρχεται σε αντίθεση με το καταχωρημένο στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αφού με τέτοιες οικονομικές προϋποθέσεις, ουσιαστικά αναιρείται ο πυρήνας του δικαιώματος αυτού."

 








 

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Νέες αλλαγες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4138/2013 (ΦΕΚ Α’ 72/19.03.2013)

Οι αλλαγές αφορούν σε υποθέσεις  εκούσιας δικαιοδοσίας για τις οποίες αρμόδιο πλέον καθίσταται το Ειρηνοδικείο, εκτός από τις ρητώς εξαιρούμενες,  καθώς και στην υιοθεσία. Παρατίθεται το κείμενο του ΦΕΚ.



ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Άρθρο 9





1. Το άρθρο 740 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739,
εκτός από εκείνες που αφορούν την υιοθεσία, τη θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση ή σε ακούσια
νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η ανακοπή των άρθρων 787 του
παρόντος και 82 ΑΚ, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου.
2. Στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 δεν επιτρέπεται παρέκταση της αρμοδιότητας.»
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 800 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται
ως εξής:
«Αρμόδιο για την τέλεση της υιοθεσίας είναι κάθε δικαστήριο της Επικράτειας.»
3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 800 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται
ως εξής:
«Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο τελείται η υιοθεσία.»
4. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από την 1.3.2013.












Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Νομολογία - Χορήγηση Αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης από διαταγή πληρωμής λόγω πιθανολόγησης ευδοκίμησης ανακοπής εξ αιτίας καταχρηστικής συμπεριφοράς της πιστώτριας τράπεζας (Ειρηνοδικείο Κομοτηνής - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)

Στην προκειμένη περίπτωση που χειρίστηκε η δικηγόρος, εκδόθηκε σε βάρος οφειλέτη διαταγή πληρωμής , η οποία του κοινοποιήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη αιτηθεί την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε ανακοπή (η οποία δεν εκδικάσθηκε ακόμα) καθώς και αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής , η οποία έγινε δεκτή , πιθανολογώντας την ευδοκίμηση της ανακοπής λόγω καταχρηστική συμπεριφοράς της πιστώτριας τράπεζας. Το κείμενο της απόφασης έχει ως εξής :

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
Αριθμός 454/2012

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟΥ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων 
Συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2012

Δικαστήριο                              Διάδικοι

Ειρηνοδίκης                           ΑΙΤΩΝ : .............. ............... του .................
Αργυρώ Ραχούτη,                    κάτοικος Κομοτηνής (οδός .........................
που ορίστηκε με                       αρ. .......) ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την 
την αριθμ.                                 πληρεξούσια δικηγόρο του Ιουλία Μυλωνά.
144/2012 πράξη                      
της Διευθύνουσας              ΚΑΘ 'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ :  ανώνυμη τραπεζική
το Πρωτοδικείο                   εταιρεία με την επωνυμία " Τράπεζα ...............
Ροδόπης                              ............... ανώνυμη εταιρεία" και με το
Χωρίς σύμπραξη               διακριτικό τίτλο "...................", η οποία
Γραμματέως                      εδρεύει στην Αθήνα (οδός ..............) , νομίμως
                                            εκπροσωπουμένη , η οποία εκπροσωπήθηκε στο
                                            δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της
                                             ................. ...................
     Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου.
    Εκφωνήθηκε η υπόθεση από την Ειρηνοδίκη, στη σειρά του εκθέματος από το αντίγραφο της αίτησης που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας και οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
     Η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος είπε προφορικά όσα γράφονται στην αίτηση και ζήτησε να γίνει δεκτή. Αναφέρθηκε στο γραπτό σημείωμα προτάσεων που κατέθεσε , προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα έγγραφα που αναγράφονται σ' αυτό.
    Η πληρεξούσια δικηγόρος της καθ'ης η αίτηση αρνήθηκε την αίτηση και ζήτησε να απορριφθεί. Αναφέρθηκε στο γραπτό σημείωμα προτάσεων που κατέθεσε , προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα έγγραφα που αναγράφονται σ' αυτό.
    Η Ειρηνοδίκης δεν επιφυλάχθηκε να αποφασίσει σε χρόνο μεταγενέστερο των σαράντα οκτώ (48) ωρών μετά τη συζήτηση και δημοσίευσε , την 5η Δεκεμβρίου του 2012, με την παρουσία της Γραμματέως Λεμονιάς Καραολάνη, ενώ οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους απουσίαζαν , την ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφασή της , της οποίας το διατακτικό έχει ως εξής :
    Δικάζοντας κατ΄αντιμωλία των διαδίκων.
     ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμό κατάθεσης 465/2-1-2012 αίτηση, καθόσον πιθανολογεί οτι θα ευδοκιμήσει η εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσα ανακοπή του αιτούντος κατά της υπ' αριθμ. 71/2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνόδίκη Κομοτηνής και η ακύρωση αυτής καθόσον η καθ' ης καταχρηστικά και ενάντια στην καλή πίστη προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 71/2012 διαταγής πληρωμής , ενώ ο αιτών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής την από 17-8-2011 αίτησή του , που κοινοποιήθηκε στην καθ' ης την 12-9-2011, με την οποία ζητούσε την υπαγωγή του στη ρύθμιση των οφειλών βάσει του ν.3869/2010 ,...................
       ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την κατά του αιτούντος διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης της με αριθμ. 71/2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κομοτηνής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 19-4-2012 ανακοπής .
        ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στην πλήρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η αίτηση , τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν δέκα (110,00) ευρώ.

                   Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ