Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στο Σύνταγμα σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ

Με την υπ’ αριθμ. 2527/2013 απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ , κρίθηκε ότι το επιβαλλόμενο με το άρθρο 31 του Ν. 3986/2011 τέλος επιτηδεύματος σε βάρος επιτηδευματιών και ελευθέρων επαγγελματιών καθώς και η ΠΟΛ 1167/2-8-2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών , η οποία καθορίζει τη διαδικασία επιβολής του τέλους αυτού, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.
Ειδικότερα το ΣτΕ έκρινε ότι το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και συγκεκριμένα για την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων , θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου ορίου. Η φύση δε της οικονομικής αυτής επιβάρυνσης σε βάρος των ανωτέρω προσώπων , δεν είναι τέλος, όπως δηλαδή ονομάστηκε αλλά πρόκειται ουσιαστικά για φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος .
Αρχικώς λοιπόν κρίθηκε ότι η επιβολή του ως άνω τέλους δεν αντίκειται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, με σημαντική όμως μειοψηφήσασα  γνώμη σύμφωνα με την οποία εφόσον η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές) και δεν καθορίζεται ούτε τεκμαρτώς η βάση επιβολής του επίδικου τέλους, τότε αυτό αντίκειται στα οριζόμενα του άρθρου 78 Σ.
Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4§1 , 5 και 20§1 του Συντάγματος με σημαντική πάλι τη μειοψηφήσασα γνώμη,  η οποία έκρινε ότι η αδιάκριτη φορολογική επιβάρυνση σε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες λόγω της ιδιότητάς τους αυτής και μόνον, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη συγκεκριμένα στοιχεία (εισόδημα κλπ) έτσι ώστε να συνάγεται με τρόπο πρόσφορο η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας, αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επίσης αναφορικά με τη μη δυνατότητα αναταποδείξεως εκ μέρους του βαρυνόμενου ότι δεν απέκτησε δηλαδή το τεκμαιρόμενο εισόδημα., αντίκειται επίσης στο άρθρο 20§1 Σ (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας).

Τέλος, κρίθηκε από την Ολομέλεια του ΣτΕ ότι η επιβολή περιορισμών, ήτοι οικονομικών επιβαρύνσεων,  στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ελεύθερου επαγγέλματος , ως εκδήλωσης του δικαιώματος της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας (5 Σ) , δεν γίνεται εν προκειμένω υπέρμετρα ούτε θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος ώστε να καθίσταται δηλαδή αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας .

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Δεν υπόκειται σε φόρο το επίδομα αλλοδαπής (ΔΕφΑθ 331/2013)

Δεδομένου ότι ήδη έχει κριθεί αντισυνταγματική η φορολόγηση του επιδόματος αλλοδαπής από το ΣτΕ (1840/2013 Ολομέλεια,  σε παλαιότερη ανάρτηση υπάρχει το πλήρες κείμενο της απόφασης), η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων είναι πλέον ξεκάθαρη ως προς το ζήτημα αυτό. Δεν υπόκειται σε φόρο το επίδομα αλλοδαπής.

Το ίδιο λοιπόν έκρινε και η σχολιαζόμενη απόφαση , σύμφωνα με την οποία, ενόψει της φύσεως και του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε το επίδομα αλλοδαπής , το οποίο ελάμβαναν μεταξύ άλλων και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών όταν μετέβαιναν στο εξωτερικό με εντολή της υπηρεσίας τους για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών , ήτοι προκειμένου να ανταποκριθούν , κατά τη ρητή διάταξη του νόμου, στην ανάγκη αντιμετωπίσεως του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα , συνεπώς δε προς κάλυψη των δαπανών στις οποίες αυτοί υποβάλλοντα εξαιτίας της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, δεν επιτρέπεται , κατά τα άρθρα 4§5 και 78§§1 και 4 του Συντάγματος , να υπόκειται σε φόρο εισοδήματος γιατί έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα . Επομένως κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων που αναφέρθηκαν , το ως άνω επίδομα αλλοδαπής υπήχθη σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 14§4 του Ν. 2238/1994. 

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις σχετικά με την απόληψη άδειας ανατροφής τέκνου σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης (εκπαιδευτικοί)

Με την υπ’ αριθμ. 299/2013 απόφαση του ΔΕφΑθ επικυρώθηκε η στροφή της νομολογίας σήμερα όσον αφορά στην απόληψη μίας ή περισσοτέρων αδειών ανατροφής τέκνου , σε περίπτωση γέννησης περισσοτέρων του ενός τέκνων με ένα τοκετό. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τις διατάξεις των άρθρων 53§2 Ν. 2721/199 και 53§2 Υπαλληλικού Κώδικα συνάγεται ότι η κύηση δημοσίας υπαλλήλου που καταλήγει στη γέννηση περισσοτέρων του ενός τέκνων δεν συνεπάγεται την εκ μέρους της απόκτηση δικαιώματος να πάρει τόσες 9μηνες άδειες ανατροφής παιδιού όσα τα παιδιά που γεννιούνται. Τούτο δε, διότι κατά το νόμο, η εν λόγω άδεια αποβλέπει στην ανατροφή του ή των γεννηθέντων , με τον τρόπο αυτό, παιδιών της δημοσίας υπαλλήλου προσωπικά από την ίδια τη μητέρα τους ή τον πατέρα τους , κατά τους πρώτους  κρίσιμους για την ανάπτυξή τους μήνες της ζωής τους . Ο σκοπός αυτός, της προσωπικής ενασχόλησης του γονέα με την ανατροφή του παιδιού , στην περίπτωση πολύδυμης κύησης εξυπηρετείται με την παροχή άπαξ της εν λόγω άδειας , αφού ο γονέας έχει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες των παιδιών και στα προς εκπλήρωση σχετικά καθήκοντα , τα οποία είναι μεν βαρύτερα σε ένταση , αφού πρέπει να ικανοποιούνται οι ανάγκες περισσότερων παιδιών , η πρόσθετη όμως αυτή προσπάθεια δεν παρατείνεται χρονικά , δεδομένου ότι τα δίδυμα, τρίδυμα κλπ διανύουν ταυτόχρονα τα ίδια στάδια αναπτύξεως . Υπό την έννοια αυτή , δηλαδή με σκοπό στον οποίο αποβλέπει η εν λόγω άδεια , οι γονείς διδύμων, τριδύμων κλπ τέκνων δεν τελούν σε όμοια κατάσταση με τους γονείς διαδοχικώς γεννηθέντων τέκνων , για τους οποίους προβλέπεται αυτοτελής εννεάμηνη άδεια ανατροφής και επομένως δεν τίθεται , όσον αφορά το ζήτημα της διάρκειας της άδειας , θέμα παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης , ώστε να είναι επιβεβλημένος ο διπλασιασμός κλπ της εν λόγω άδειας ανάλογα με τον αριθμό των ταυτοχρόνως γεννώμενων τέκνων. 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ακύρωση πινάκων επιτυχόντων διαγωνισμού ΕΠ.ΟΠ. λόγω μη αιτιολογημένης κρίσης για την ακαταλληλότητα της αιτούσας

Με την υπ' αριθμ. 2406/2012 απόφαση του ΔΕφΑθ , κρίθηκε ότι πρέπει να ακυρωθούν οι πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού ΕΠ.ΟΠ  που προκηρύχθηκε με την 45/2009 ΓΕΣ κατά το μέρος που δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς η αιτούσα, καθόσον κρίθηκε αναιτιολόγητα ακατάλληλη με απόφαση – πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής Ψυχοτεχνικής Εξέτασης .
Ειδικότερα, με το ΠΔ 292/2001 ορίσθηκαν τα κριτήρια επιλογής των ΕΠ.ΟΠ., οι επιτροπές για την επιλογή των υποψηφίων και οι αρμοδιότητές τους καθώς και η διαδικασία σύνταξης των πινάκων και της κατάταξης των επιτυχόντων. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του εν λόγω ΠΔ όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ΠΔ 6/2003 ορίζεται ότι «Από τους ανωτέρω πίνακες βαθμολογίας κατά ειδικότητα , οι υποψήφιοι καλούνται για ψυχοτεχνικές και υγειονομικές εξετάσεις καθώς και για αθλητικές δοκιμασίες , σύμφωνα με το σύστημα επιλογής εκάστου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων. » Περαιτέρω στην παράγραφο 14 περίπτωση στ’ της προκήρυξης διαγωνισμού για την κατάταξη 2.000 ΕΠ.ΟΠ. στο Στρατό Ξηράς (που διενεργήθη δυνάμει της υπ’αριθμ.Φ.415.15/59/716933/Σ.459/Αριθ.Εγκ.45/23-3-2009/ΓΕΣ/ΔΣΛ/2 απόφαση του Υπουργού Εθνκής Άμυνας )  , ορίστηκε ότι η ψυχοτεχνική εξέταση των υποψηφίων περιλαμβάνει δοκιμασίες για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των υποψηφίων να ενταχθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες του Στρατού Ξηράς και να σταδιοδρομήσουν σ’ αυτόν. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η ψυχοτεχνική δοκιμασία έχει καθοριστική συμβολή στην κρίση του υποψηφίου ΕΠ.ΟΠ. ως κατάλληλου υπό την έννοια ότι αν κριθεί ακατάλληλος σε αυτές αποκλείεται από τις περαιτέρω δοκιμασίες και την κατάταξή του στο Στρατό ως ΕΠ.ΟΠ.
Η αναφερόμενη απόφαση , ερμηνεύοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις υπό το πρίσμα των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και ειδικότερα της ελεύθερης πρόσβασης κάθε έλληνα πολίτη στις δημόσιες θέσεις κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, της αρχής της διαφάνειας και του κράτους δικαίου, έκρινε ότι στο πρακτικό που συντάσσεται από την Επιτροπή ψυχοτεχνικής δοκιμασίας , θα πρέπει να αναφέρεται , έστω συνοπτικά, το περιεχόμενο της συνέντευξης του υποψηφίου (ερωτήσεις και απαντήσεις) και περαιτέρω να εκφέρεται εξατομικευμένη για κάθε υποψήφιο κρίση ως προς την αξιολόγηση της παρουσίας του από τα μέλη της Επιτροπής και ειδικότερα, για την προσωπικότητά του και την εν γένει ικανότητά του και επαγγελματική καταλληλότητά του , αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του ως ΕΠ.ΟΠ , υπό τις ειδικές συνθήκες στο Στρατό Ξηράς και τη σταδιοδρομία του σ’ αυτόν. Με τη σύνταξη πρακτικού συνέντευξης των υποψηφίων, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, αφενός εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αμερόληπτης και αξιοκρατικής κρίσης και αφετέρου καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή , ενόψει του κατά το άρθρο 20§1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95§1 εδ. α του Συντάγματος , η αξιολόγηση των υποψηφίων από την Επιτροπή Ψυχοτεχνικών Δοκιμασιών κατά τη διαδικασία της προφορικής διαδικασίας (σχετ. ΟλΣτΕ 3052/2009 και ΔΕφΑθ 1015/2012).

Στην κρινόμενη περίπτωση η αιτούσα κρίθηκε ακατάλληλη για ΕΠ.ΟΠ με την αιτιολογία «Αυτοπεριγραφή : Μόνον θετικά στοιχεία εαυτού. Πιθανόν μαθησιακές δυσκολίες . Πιθανόν ένταση και υψηλό επίπεδο ενεργητικότητας . Σκίτσο ανθρώπινης μορφής : Πιθανόν συναισθηματική ανωριμότητα . Πιθανόν αστάθεια στην εικόνα του εαυτού . Πιθανόν αγχώδεις εκδηλώσεις . Πιθανόν έλλειμμα αυτοπεποίθησης . Πιθανόν λεκτικά ξεσπάσματα . Πιθανόν ένταση που αφορά στις σωματικές παρορμήσεις. Κλινική συνέντευξη : Αγχώδεις εκδηλώσεις , διαταραχή συγκέντρωσης .» 
Η ανωτέρω αιτιολογία κρίθηκε από το Δικαστήριο μη νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη , σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και για το λόγο αυτό έκανε δεκτή την αίτηση για την ακύρωση των προσβαλλόμενων πινάκων επιτυχόντων κατά το μέρος που δεν συμπεριλαμβάνεται η αιτούσα και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου να εξετασθεί η αιτούσα εκ νέου με νέα νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. 

Πηγή : ΔιΔικ , τεύχος 3ο, 2013

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις σχετικά με την απόληψη άδειας ανατροφής τέκνου σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης (δικαστικοί λειτουργοί)

Με αφορμή την απόφαση του ΔΕΕ της 16-9-2010, το ΣτΕ με την υπ’ αριθμ. 845/2013 απόφασή του – 7μελής σύνθεση, έκρινε ότι σύμφωνα με την απόφαση του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη στις 14-12-1995 έχει την έννοια ότι σε περίπτωση δίδυμης κύησης δεν θεμελιώνεται μεν ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων γονέων προς λήψη τόσων γονικών αδειών όσων και τα τέκνα που γεννώνται επιβάλλεται όμως στον εθνικό νομοθέτη η υποχρέωση να καθιερώσει σύστημα γονικής άδειας εξασφαλίζοντας στους γονείς διδύμων τέκνων μεταχείριση με βάση τις δικές τους ειδικότερες ανάγκες. Ο έλληνας νομοθέτης δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση για την περίπτωση πολύδυμης κύησης μητέρας δικαστικού λειτουργού μόνη δε ειδική ρύθμιση για την εν λόγω κύηση προβλέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007) με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 52 , σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση πολύδυμης κύησης  προσαυξάνεται μόνο η τρίμηνη άδεια λοχείας , κατά ένα μήνα για κάθε τέκνο πέραν του ενός . Κατά συνέπεια, επειδή δεν υφίσταται εν προκειμένω ειδικότερη ρύθμιση για τις μητέρες δικαστικούς λειτουργούς θα πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικώς ο Υπαλληλικός Κώδικας για την άδεια ανατροφής τέκνων που προήλθαν από πολύδυμη κύηση , μέχρι να θεσπιστεί απόν έλληνα νομοθέτη σχετική ειδική ρύθμιση.

Ουσιαστικά από τα ανωτέρω απορρέει ότι σε περίπτωση δίδυμης ή πολύδυμης κύησης , οι μητέρες των εν λόγω τέκνων, δεν δύνανται να λάβουν αθροιστικώς άδεια ανατροφής τέκνου για κάθε ένα τέκνο ξεχωριστά παρά μόνο να κάνουν χρήση του άρθρου 52§1 τελευταίο εδάφιο , όπως αυτό προστέθηκε με τον Ν. 3801/2009, δηλαδή να προσαυξήσουν ουσιαστικά την άδεια λοχείας. 


Πηγή : ΔιΔικ, τεύχος 3ο , 2013